Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Κλασικές Λαμογιές


            Όσο καλός άνθρωπος κι αν είσαι, είναι σχεδόν βέβαιο ότι στην καθημερινότητα σου, είτε εσκεμμένα είτε ασυναίσθητα, κάνεις διάφορες τουλάχιστον «αμφισβητούμενες» πράξεις. Δεν μιλάω για καθαρά κακές πράξεις που βοηθούν στη διατήρηση της ψυχικής σου υγείας και ισορροπίας (πχ να φτύσεις στον καφέ του καραβανά υπασπιστή στο στρατό), αλλά για πράξεις που έχουν αυτή την «λαμογιά». Η λαμογιά, βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής φυλής, είναι από τις λέξεις που δεν μεταφράζονται (όπως το filotimo) και δεν μπορούν να εξηγηθούν στους ξένους. Α ναι, μπορούν, όταν έχουν κληθεί να πληρώσουν 8€ για μια χωριάτικη σαλάτα Ξ, ενώ ο Ελληνάρας δίπλα τους δίνει 4,5€ και δεν αφήνει πουρμπουάρ τα 50 λεπτά γιατί θα πέσει έξω. 

Μεταφορά καφέδων / ποτών


Οι περισσότεροι από εμάς βαριόμαστε απίστευτα να πηγαίνουμε να φέρνουμε καφέ ή ποτό, από κάποιο μαγαζί που είναι έστω και 5 βήματα μακριά. Στις περισσότερες των περιπτώσεων προσπαθείς (και καταφέρνεις) να καβατζώνεσαι και χώνεις κάποιον άλλον να πάει να τα φέρει. Κάποια στιγμή και αφού όλοι οι υπόλοιποι έχουν κάνει το χρέος τους, έρχεται και για σένα το πλήρωμα του χρόνου. Άλλη περίπτωση που μπορεί να χρειαστεί να πας είναι όταν έχεις φέρει καινούριο αμόρε για πρώτη φορά σπίτι και προσπαθείς να το παίξεις α) περιποιητικός/ή και β) κιμπάρης (Σιγά ρε μπρούκλη, ο καφές από τον φούρνο της γειτονιάς σου έχει 1,50€). Σε όλες τις περιπτώσεις που αναλαμβάνεις εσύ να πας για καφέ/ ποτό, πίνεις γουλίτσες και από τα δύο ποτήρια, αν τα μεταφερόμενα αντικείμενα βοηθούν. Σκέτο τον πίνει τον καφέ, όπως κι εσύ; Μπορείς να πιεις μερικές μικρές γουλιές μέχρι να φτάσεις, για να μην τελειώσεις γρήγορα τον δικό σου. Το ίδιο και με το ποτό, αν συμβαδίζουν οι γευστικές σας επιλογές. Εδώ να αναφέρουμε ότι χρειάζεται προσοχή γιατί αν η διαφορά είναι πολύ εμφανής, θα πάρει το πιο γεμάτο και θα σου πει «αυτό είναι το δικό μου ε; Φαντάζομαι ήπιες από το άλλο», οπότε πάει τσάμπα η όλη προσπάθεια.



Παραγγελία καφέ τρίτου


Στις περιπτώσεις που για κάποιο λόγο έχω επωμιστεί εγώ την ευθύνη παραγγελίας καφέδων και πόσο μάλλον όταν α) είναι πολλοί και β) δεν τους ξέρω καλά ώστε να ξέρω τι καφέ πίνουν, δεν δίνω την απαραίτητη προσοχή όταν μου λένε πως θέλουν τους καφέδες τους. Αν δεν γράψω πχ 1 freddo espresso μέτριο, 1 cappuccino γλυκό με κανέλα και ανακατεμένο, όχι χτυπημένο, αφρόγαλα από γάλα αρκούδας Βουργουνδίας και έναν διπλό ελληνικό σκέτο, θα πάω και θα πω ό,τι θυμάμαι. Όταν επιστρέψω και με περιμένουν με τα χαμόγελα στα χείλη, τα χέρια απλωμένα και το βλέμμα δυσπιστίας που όντως πήγα για καφέ, είναι η στιγμή της αλήθειας. Με την πρώτη γουλιά και την έκφραση του δοκιμάζοντος, ελέγχω την εγκυρότητα του μνημονικού μου. Αν ο καφές που έφερα είναι λανθασμένος,  ζητάω διευκρινίσεις «Καλά, τι έχει; Πως στον έκανε;» και συνεχίζω «έλα ρε γαμώτο, μα είχα ζητήσει σκέτο». Προφανώς αυτό το κάνεις όταν ο άλλος δεν μπορεί να ξαναπάει και να ζητήσει τα ρέστα, γιατί γίνεσαι ρεζίλι. Το ίδιο συμβαίνει και με παραγγελίες σουβλακίων, με την κατάσταση να σώζεται μόνο στην πίτσα που είναι μία και κοινά αποφασισμένη.



«Μα δεν το τελείωσα εγώ!»



Αγαπημένη τακτική, πολύ χρήσιμη όταν συγκατοικείς με άλλους ανθρώπους, είτε αυτοί αποτελούν την οικογένεια σου είτε τον σύντροφό σου. Η τακτική αυτή επιβάλλει να αφήνεις ένα «τσακ», ακόμα κι ένα πολύ μικρό κομμάτι, ώστε να μην φαίνεται ότι εσύ τελείωσες κάτι. Συνηθίζεται να εφαρμόζεται στο κωλόχαρτο, την κανάτα με το νερό και οτιδήποτε μπορεί να ξαναγεμίσει ή αντικατασταθεί

-Ρε συ Γιώργο, πάλι άδειασες την κανάτα και δεν τη γέμισες;

-Τι λες ρε Μαρία; Όταν την άφησα από τα χέρια μου είχε νερό…

-Μα καλά με δουλεύεις; Αυτό έφτασε ίσα – ίσα για να βρέξω τα χείλη μου!

-Αχ συγνώμη, νόμιζα ότι είχε παραπάνω

Κι εντάξει το νερό στην κανάτα, άντε ο επόμενος να αναγκαστεί να πιει ζεστό. Το κωλόχαρτο; Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλητεία από τη συγκεκριμένη. Ακόμα και να το έχεις το νου σου, κάποια στιγμή δεν θα προσέξεις και θα μείνεις ρέστος, άντε με «χ» μπροστά. Κι εντάξει να είσαι μόνος στο σπίτι, βγαίνεις ανέμελος κι ασκούπιστος και παίρνεις άλλο. Αν είσαι με καλεσμένους ή ακόμα χειρότερα αν είσαι ο καλεσμένος;  Προφανώς η ίδια τακτική ακολουθείται και στις περιπτώσεις που κάτι δεν πρέπει να το φας όλο (είσαι σε δίαιτα) ή είναι γαϊδουριά να το φας όλο (είναι εκείνη σε δίαιτα), όπως για παράδειγμα κέικ, αυτό το κουτί με τα δανέζικα μπισκότα κλπ. Αφήνεις πάντα ένα μικρό κομματάκι, δεν πλένεις το τάπερ, δεν πετάς κάτι και παραμένεις αθώος ότι δεν το έφαγες εσύ. Γελοία αθώος μεν, αθώος δε.

Χαλάς κάτι και το αφήνεις για τον επόμενο

Αγαπημένη εργασιακή συνήθεια πολλών. Έχεις πάει να βγάλεις εκτυπώσεις στον κοινόχρηστο εκτυπωτή της δουλειάς και μάλιστα για προσωπική χρήση. Λίγο το χαρτί που μαγκώνει στο δεύτερο συρτάρι και εσύ δεν ξέρεις καν ποιο είναι το πρώτο, λίγο η υπερθέρμανση του εκτυπωτή μετά την 700η σελίδα του προγράμματος σπουδών του μεταπτυχιακού σου, βλέπεις ότι το πράγμα δεν πάει πολύ καλά κι ο εκτυπωτής έχει σταματήσει και μυρίζει καμένο πιο πολύ κι από τότε που κοιμήθηκες με το τσιγάρο στο χέρι. Η αντίδραση σου είναι να μαζέψεις ό,τι ενοχοποιητικά στοιχεία έχεις και να εξαφανιστείς όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Κάθεσαι στη θέση σου κοιτάζοντας κάθε τόσο προς τον εκτυπωτή για να παρακολουθείς την εξέλιξη της υπόθεσης. Συνήθως και οι επόμενοι που θα πάνε, θα προσπαθήσουν να βγάλουν εκτύπωση και όταν δουν ότι κάτι δεν πάει καλά, εξαφανίζονται σε δευτερόλεπτα. Μόνο ένας είναι ο τίμιος (Αγαθός; Ηλίθιος;) που αφού δεν καταφέρει να βγάλει εκτύπωση θα πει δυνατά «Παιδιά έχει κάτι ο εκτυπωτής;» και όλοι οι προηγούμενοι θα πεταχτούν να ρωτήσουν αν πάτησε κάποιο κουμπί γιατί δούλευε κανονικά και θα τον υποχρεώσουν να δηλώσει βλάβη και να μπλέξει με το τμήμα πληροφορικής. Το ίδιο κάνεις και σε κάποιο κατάστημα που χαλάς κάτι και το βάζεις προσεκτικά στη θέση του για να «σπάσει» στα χέρια κάποιου άλλου και να μην το χρεωθείς εσύ, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τις περισσότερες φορές, αν ειδικά είναι μεγάλο κατάστημα, τη σκαπουλάρεις, εκτός αν είσαι τόσο υπερβολικός όσο η 80χρονη που πήγε να καλύψει το λάθος της έτσι:



«Μα ναι, ξαφνικά μαύρισε, δεν έκανα κάτι!»


Μόλις έχεις αγοράσει το καινούριο σου κινητό και το έχεις στα χέρια σου με τη ζελατίνη άθικτη (η οποία βγαίνει μόνη της και σε καμία περίπτωση με δική σου παρέμβαση) και το χαζεύεις μελετώντας ευλαβικά το manual. Αφού το έχεις ξεκοκκαλίσει και έχεις μάθει ό, τι διαφορετικό έχει από το προηγούμενο τηλέφωνο που είχες, αποφασίζεις να το ανοίξεις. Κάτι η ατζαμοσύνη σου, κάτι τα ιδρωμένα από ανυπομονησία χέρια σου, το κινητό σκάει μεγαλοπρεπώς στο πάτωμα και δεν ανοίγει ποτέ. Μαζεύεις τα δάκρυα σου, την ανυπομονησία σου να χαρείς την καινούρια σου συσκευή (αυτό είναι το χειρότερο) και τα σακουλάκια της συσκευασίας και τα ξαναβάζεις όλα μέσα στο κουτί. Επιστρέφεις στο κατάστημα με το ύφος σου να προδίδει προβληματισμό σαν να περιμένεις αποτελέσματα εξετάσεων μετά από σεξ με άγνωστη που έσπασε το προφυλακτικό, μάτωσαν τα ούλα σου και είδες να τη χαιρετάει ο Σπαλιάρας ως παλιό αμόρε.
-Ναι γεια σας, αγόρασα αυτό το ……………….. (βάλε ηλεκτρονική συσκευή) και όταν πήγα να το ανοίξω δεν δούλεψε καν

-Βεβαίως, δώστε μου να ρίξω μια ματιά παρακαλώ
Κυλάει χρόνος και ιδρώτας στην πλάτη σου από το άγχος.

-Φαίνεται ότι όντως δεν δουλεύει (πάντα χρειάζεται ένας τεχνικός για να το πιστοποιήσει αυτό). Δεν σας έπεσε κάτω ή κάτι τέτοιο;

-Να μου πέσει; Όχι, όχι με το που το έβγαλα από τη συσκευασία, δεν άνοιγε. (Έκφραση προβληματισμένης απορίας σμίγοντας τα φρύδια)

-Ωραία, θα σας το αντικαταστήσουμε αμέσως

Πάντα είμαι αγχωμένος για ένα διάστημα μετά όταν χτυπάει το κινητό μου, μήπως είναι από το κατάστημα, κατάλαβαν τι έκανα και πρέπει να το επιστρέψω.

Κλέψιμο ιδεών / αστείων/ ιστοριών/ φράσεων

Από τις χειρότερες αρχιδιές του παρόντος άρθρου. Είναι ο τύπος που θα διαβάσει ένα αστείο στο internet και θα το παρουσιάσει σαν δικό του. Άνθρωπε μου, έχω κι εγώ παρουσία στα social media, μάλλον έχω ήδη διαβάσει 18 φορές το αστείο που πας να μου πουλήσεις για δικό σου. Το έχει ήδη γράψει καλύτερα κάποιος στο «Ο τοίχος είχε τη δική του υστερία». Είναι αυτό το είδος ανθρώπου που θα ξεπατικώσει, σαν παιδάκι που ζωγραφίζει στο νηπιαγωγείο, ένα άρθρο αμφιλεγόμενης εγκυρότητας, αλλά καθόλου αμφιλεγόμενο στόχο. Τα συγκεκριμένα άρθρα γίνονται γνωστά από στόμα σε στόμα, συνήθως δεν έχουν διασταυρωθεί από πουθενά και επαναλαμβάνονται κάθε τόσο σαν αστυνομικός που ξεψυχά τώρα από τα επεισόδια του 2008. «Οι ξένοι μπούρου μπούρου, έχεσαν στην εκκλησία» και αν του κάνεις κάποιες ερωτήσεις σχετικά με αυτό ή ζητάς να αναπτύξει τη σκέψη του, κοκκαλώνει σαν πολυφορεμένο αντρικό εσώρουχο. Οι ίδιοι τύποι επαναλαμβάνουν σαν μάντρα κάποια φράση που άκουσαν και θεώρησαν γαμάτη, αλλά στο 90% των περιπτώσεων δεν την έχει πει αυτός που του αποδίδεται και κατά πάσα πιθανότητα λείπει κάτι που αλλάζει όλο το νόημα. Ενώ όλες οι προηγούμενες λαμογιές που αναφέρθηκαν δεν ήταν τόσο ενοχλητικές (εντάξει εκτός αν είσαι ο τύπος που του πίνουν τον καφέ), η συγκεκριμένη εξωθεί τον κόσμο στα άκρα, κάτι σαν την μουσική του Jumbo ή τους τύπους που γελάνε με τα αστεία τους.  

Είσοδος σε live με ποτά απέξω


Κλασσικό θέμα των συναυλιών: Πως θα περάσεις το αλκοόλ μέσα, χωρίς να σε σταματήσουν στην πόρτα και σε αναγκάσουν να το αφήσεις εκεί ή να το πιεις πριν μπεις, οπότε εσύ πίνεις αλκοόλ υπολογισμένο να σε βγάλει 2 ώρες μέσα σε 10 λεπτά, με αποτέλεσμα να (μην) βλέπεις τη συναυλία κομμάτια. Έχεις κάνει την προετοιμασία σου από το σπίτι, νιώθοντας σαν βαποράκι που κουβαλάει 500 γραμμάρια κοκαΐνης στον πρωκτό του. Βάζεις άνετα φαρδιά ρούχα, καβατζώνεις όσο καλύτερα γίνεται τα μπουκαλάκια και κουτάκια και πας με σοβαρό ύφος στον πορτιέρη, ο οποίος είναι το ίδιο νταμάρι και με το ίδιο ξινό ύφος από τότε που θυμάσαι να πηγαίνεις σε συναυλίες. Η εισαγωγή ποτών στο συναυλιακό χώρο δεν είναι απαραίτητα τρόπος οικονομίας, όσο μια προσπάθεια να δεις πόσο καλά μπορείς να κάνεις μια μικρή λαμογιά, καλά έστω κι ένα «βρε δεν με παρατάτε; Έδωσα 30€ για το εισιτήριο, δεν δίνω άλλα 20 για μπύρες». Κατά κάποιο τρόπο νιώθεις ότι το δικαιούσαι, να περάσεις τσάμπα τα ποτά σου, σαν άλλος Γ. Μπέζος στην ερώτηση για το κόστος της εκπομπής του «Θα τα περάσω τσάμπα μέσα. Μου αξίζει». Η πιστολιά σε μαγαζιά δεν αναφέρεται, γιατί τα πληρώνει ο εργαζόμενος, οπότε δεν είμαστε σύμφωνοι με κάτι τέτοιο. «Ε και τι; Πρέπει να τα πληρώσω εγώ δηλαδή;». Ε ναι ρε καραγκιόζη, εγώ τα ήπια; Το θέμα αλλάζει όταν ρωτήσεις αν χρωστάς κάτι άλλο, ξέροντας ότι χρωστάς κάτι άλλο, ο/η σερβιτόρος σου λέει ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο, οπότε φεύγεις κύριος με καθαρή τη συνείδησή σου και όχι τόσο ελαφρύ το πορτοφόλι σου.



Πτώση φαγητού



Πηγαίνεις να πάρεις κάτι από το φούρνο και, σαν καλός άνθρωπος που είσαι, ρωτάς αν θέλει κάποιος άλλος κάτι. Αφού νιώσεις σαν τον Ζήκο στο Μπακαλόγατο και μαζέψεις παραγγελίες για να ταΐσεις ένα μικρό χωριό της Αφρικής, ξεκινάς. Καταφέρνεις και τα θυμάσαι όλα, περιέργως κάποιος δεν σου έχει φάει λεφτά οπότε περιχαρής παίρνεις τα πράγματα και επιστρέφεις. Υπάρχει η περίπτωση από κάποια απροσεξία να σου πέσει κάποια τυρόπιτα κάτω, Το ερώτημα είναι τι κάνεις; Πας πίσω στον φούρνο και παίρνεις μια άλλη ή φυσάς αυτή, την τινάζεις λίγο και την πας σαν να μην έγινε κάτι; Οι περισσότεροι θα απαντήσουν ότι «φυσικά πάω και παίρνω μια άλλη» αλλά είναι τόσο ψέμα όσο το ότι δεν κατουράνε στη θάλασσα. Η δική μου απάντηση είναι και η πιο τεκμηριωμένη επιστημονικά: Θα πάρεις άλλη μόνο αν αυτός που θα τη φάει είναι α. δικός σου άνθρωπος και/ η β. σε επηρεάζει κι εσένα. Για παράδειγμα δεν θα το έκανες αυτό στην γκόμενα σου, γιατί ξέρεις ότι πάλι σε σένα θα καταλήξει, αλλά αν ήταν κάποιος που δεν παίζει να φιλήσεις πχ. κάποιος συνάδελφος ή φίλος φίλου, ε προφανώς θα την φάει από κάτω. Σαν τις φορές στο στρατό, που είχες εσύ αγγαρεία μαγειρία και ήξερες ότι το ξέπλυμα με νερό που έκανες στην κατσαρόλα δεν βοηθάει και πολύ ή όταν πάτησες μέσα στο μεταφερόμενο στο φυλάκιο ρύζι με την αρβύλα κατά λάθος και απλώς έστρωσες το ρύζι να μην φαίνεται. «Αααα εξαιρετικό το φαγητό σήμερα! Ο μάγειρας πρέπει να έβαλε και κάποιο μπαχαρικό, έχει πιο πικάντικη γεύση το ρύζι». Σκέψου έξω τι έχεις φάει… Μας λείπουν τα ρεπορτάζ σου Νίκο Ευαγγελάτο.

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

School Wars: Nostalgia Strikes Back, του Λαμόγιου

Γράφει ο Λαμόγιος



Μόλις είδα εικόνες, σε ένα ρετρογκρουπάκι, από τα βιβλία που παίρναμε πριν 20+ χρόνια στο σχολείο. Αλήθεια, επειδή δεν έχω επαφή, τώρα τι βιβλία παίρνουν; α, ρε, γαμώτο, άτιμε χρόνε...
Θυμάμαι πως όπως τα έπαιρνα την πρώτη μέρα, έτσι τα κουβαλούσα στην τσάντα από το σχολείο στο σπίτι κι από το σπίτι στο σχολείο. Η τσάντα απλά δεν άνοιγε. Μόνο τις πρώτες μέρες γιατί μ'άρεσε να χαζεύω τις εικόνες και τίποτα άλλο. Οκ, τα μαθηματικά ήταν το πιο χρησιμοποιημένο, αλλά και τα άλλα δεν πήγαν πίσω (ως μπλοκ ζωγραφικής την ώρα του μαθήματος βέβαια).
Εξάλλου, το σχολείο για μένα ήταν μέρος για να παίζω με τους φίλους μου. Το παιχνίδι κράταγε λίγο, περίπου 10-15 λεπτά της ώρας και στη συνέχεια κάναμε ένα 40λεπτο διάλειμμα για να καθόμαστε μέσα στην αίθουσα και να κάνουμε μάθημα. Τις πρώτες μέρες πήγαινε καλά γιατί τα τελευταία θρανία ήταν η μεγάλη μας αγάπη. Μπορούσαμε να τρώμε πατατάκια “κρυφά”, εγώ να βάζω μουσική πολύ σιγά και να ακούω από τα ηχεία του γιλέκου μου (μα τι υπέροχα δώρα μου έκανε αυτή η μάνα μου), να μιλάμε. Αλλά, ω, συνήθως, μας έπαιρναν χαμπάρι. Και για κάποιο λόγο πάντα εμένα βάζανε στο πρώτο θρανίο. Οι άλλοι ψιλοσουπιές, έμεναν περίπου στη μέση. Μάλιστα με έβαζαν να κάτσω με την Αλέκα, κοπέλα πιο ήσυχη κι από τον θάνατο. Μπορεί και να ήταν εγκλωβισμένος εξωγήινος στο σώμα μιας 8χρονης βέβαια, που δεν είχε τη δυνατότητα να ξεφύγει από τη Γη.

Έτσι, λοιπόν, υπήρχαν πέρα από τις βαρετές ώρες των μαθημάτων και αυτά τα νεκρά διαστήματα από ένα σημείο και έπειτα. Που να μιλήσεις με την Αλέκα. Όχι μόνο δε μίλαγε, αλλά μπορεί να της έλεγες “δώσε μου τη σβήστρα” και να πάθαινε ταχυπαλμία από την ντροπή της. Γι’αυτό δεν είχαμε και πολλά πολλά...
Κάπως έτσι περνούσαν οι ώρες. Οι δάσκαλοι με τον άχαρο ρόλο τους. Αν και μερικές φορές ενδιαφέρουσες προσωπικότητες όπως ο Κατσάνος Ηλίας (8ο Δημοτικό Κοζάνης. Έγινε παππάς αργότερα, καταλαβαίνετε που το πάω), που μας έκανε μαθηματικά και είχε πάντα, μα πάντα αυτή την υγρή, σφαιρική γκρι μυξούλα στα χείλη. Όπως ανοιγόκλεινε τα χείλη, η μυξούλα έπαιρνε μορφή όπως η σταγόνα κόλλας Uhu όταν τη βάζαμε μεταξύ αντίχειρα και δείκτη και ανοιγοκλείναμε σιγά, σιγά (εισπνέοντας και την απίστευτη μυρωδιά της).
Τα στοιχήματα ήταν βάρβαρα, τύπου αν θα φάει σφαλιάρα ακόμη και συμμαθήτρια. Ως διευθυντής, φυσικά αυστηρός. Μας έδινε σφαλιάρες επειδή μιλούσαμε. Ή και όταν γελούσαμε την ώρα που δίδασκε. Εγώ το γέλιο πάντα το αγαπούσα και δεν το μετανιώνω παρά τις σφαλιάρες που μου είχε ρίξει. Κάποιοι και κάποιες έκλαιγαν.

Οι άλλοι δάσκαλοι άνοστοι, χειρότεροι κι από το βραστό κοτόπουλο που δίνουν στους καρδιοπαθείς στις ΜΕΘ κάθε μέρα. Και εκεί, το μεγάλο στήριγμα ήταν, ποιός άλλος; ο φίλος μου. Και όλη η παρέα. Κάτι σαν πρώτη μορφή δομής αλληλεγγύης ήταν, ξοδεύαμε ενέργεια για να περνάμε καλά από τις 8μιση μέχρι τις 13:00 - 13:40 που σχολούσαμε.
Και τότε άρχιζε πραγματικά η μέρα μας. Είχαμε σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθούμε από τα μαθήματα. Οι τσάντες γίνονταν δοκάρια, μαζί με τα μπουφάν και για μισή-μία ώρα τα δίναμε όλα. Ακόμα όμως δεν μπορώ να καταλάβω, πόσο μούλικα ήταν κάποια πιτσιρίκια. Παίζεις ποδόσφαιρο και η αγαπημένη σου θέση είναι η άμυνα; ή το τέρμα; πως γίνεται να μη θες να παίξεις επίθεση, να βάλεις γκολ, να εκτελέσεις το φάουλ, το πέναλτι;...
Σημερινό στάτους των μούλικων: διευθυντές στο δημόσιο στην καλύτερη, στη χειρότερη customer support σε ΙΤ. Όταν βρίσκουν γκόμενα θέλουν να την παντρευτούν. Έχουν φαλάκρα, με λίγο μαλλάκι στα πλάγια, φοράνε γυαλιά και η χοληστερίνη τους στα διπλάσια από τα κανονικά επίπεδα. Έχουν κοιλιά και φοράνε πουκαμισάκι ή γαλάζιο πόλο μπλουζάκι στα πιο επίσημα τους.
Μετά λοιπόν από την μπάλα, είχε λιγοστό φαΐ για μεσημεριανό, καθώς ακολουθούσε προπόνηση στο κολυμβητήριο 16:30-18:30, αλλά πιο πριν 14:30-16:00 αγγλικά. Ωραία εμπειρία, αν είχα πιτσιρίκια θα πήγαινα να τα γράψω σε τέτοιες δραστηριότητες, γλώσσες κ.λπ. Αλλιώς σεξ δε θα έπαιζε καθόλου.
Κουρασμένος πια, γυρνούσα, τηλεόραση, φαΐ, ανοιχτό βιβλίο μπροστά στους γονείς για εικονικό διάβασμα και αν ήμουν τυχερός λίγο game gear ή master system αν δεν ήταν πιασμένη η τιβί.
Και το σαββατοκύριακο ήταν πια στις επάλξεις. Από τις κρυφές βόλτες με τα ποδήλατα στο Κουρί (6 χιλιόμετρα για να φτάσουμε και μέσα από χωράφια) μέχρι βολτίτσες στο κέντρο της πόλης στον Λιμνίδη, για να παίξουμε Super Nintendo και Donkey Kong, αν ήμασταν τυχεροί και δεν το έπιαναν εκτάκια ή γυμνασιόπαιδα, από το κρυφτό στη γειτονιά μέχρι τις φάρσες στα κουδούνια κατά τις 8 το βράδυ, αφού κλέψουμε παγωτά, σοκολάτες από το ζαχαροπλαστείο με τη μέθοδο της απασχόλησης.
Ωραία χρόνια, όμορφα, ξέγνοιαστα με μια έφεση να προκαλούμε δυνατά και πολλαπλά σοκ στους γονείς με τις μαλακίες που κάναμε. Ως πιτσιρίκια, τη γλιτώναμε καθώς βρισκόμασταν στο απυρόβλητο. Πόση καύλα;

Αλλά και εντελώς χαζά, τόσες αναμνήσεις από αυτή την ηλικία και παραπάνω η μόνη αναφορά για θηλυκό σε αυτό το κείμενο ήταν στην Αλέκα. Jesus...