Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Χριστουγεννιάτικη Γωνιά

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το γεγονός ότι αυξάνεται η κατάθλιψη τις ημέρες των Χριστουγέννων, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα οικογενειακά τραπέζια και συγκεντρώσεις. Τα μέλη αυτών έχουν αναλυθεί στο παρελθόν σε αντίστοιχα άρθρα (εδώ), οπότε σηκωνόμαστε διακριτικά από αυτά, με το πρόσχημα του να πιούμε νερό και εξαφανιζόμαστε, ενώ οι υπόλοιποι συγγενείς τσακώνονται ή αδειάζουν πιάτα και ποτήρια ή χωρίς το διαζευκτικό ανάμεσα. Στο σημερινό κείμενο αφήνουμε μελομακάρονα και κουραμπιέδες (δίπλες έχουμε ήδη), σκουπίζουμε τα χέρια μας με τρόπο πίσω από τα γόνατα του τζην και καταπιανόμαστε με την «ωραιότερη εποχή του χρόνου», την οποία αγαπάμε παρόλες τις υπερβολές της.


Κάλαντα



Τα Κάλαντα για τα παιδιά είναι μια αγαπημένη δραστηριότητα, κάτι πολύ λογικό. Όσο είσαι παιδί βρίζεις όλους αυτούς που είτε δεν σου ανοίγουν την πόρτα είτε ανοίγουν και δίνουν από φρούτα/γλυκά μέχρι πολύ λίγα χρήματα. «Είστε 8 παιδάκια; Ααα, πάρτε αυτό το 1 ευρώ να μοιραστείτε, με κάποια διαίρεση που δεν θυμάμαι καν πως βγαίνει». Όταν, όμως, περνάς στην άλλη πλευρά της πόρτας, τα πάντα αλλάζουν. Ας πούμε ότι έχεις περάσει το στάδιο του φοιτητή που δεν ανοίγεις την πόρτα ούτε στον Άγιο Βασίλη (-Μα σας φέρνω δώρα, ανοίξτε! -Άσε ρε γέρο, για τα κοινόχρηστα θα ‘σαι) και ανοίγεις την πόρτα. Σκέφτεσαι εσένα ως παιδί, λες «έλα μωρέ τα ταλαίπωρα, κι εγώ έτσι ήμουν» και τους λες «πείτε τα». Καλύτερα να αναγκαζόσουν να μιλήσεις σε κάποιον άγνωστο σε πάρτι, αφού δεν ξέρεις τι να κάνεις όση ώρα τα λένε. Να χαμογελάς ευγενικά; Να κάνεις πως ψάχνεις τα χρήματα που θα τους δώσεις, ώστε να μην υπάρχει αυτή η αμηχανία; Να κοιτάς τα παιδάκια; Σε ποια στροφή πρέπει να τα κόψεις ώστε να μην φανείς είτε πολύ βιαστικός είτε εκείνες οι κωλόγριες που σε έβαζαν να το πεις ολόκληρο; («Θέλετε τα ωραία μου λεφτάκια; Θα το πείτε ολόκληρο τότε. Μουαχαχαχα»).  Bonus (malus) οι γιαγιάδες που δεν δίνουν χρήματα, αλλά κάποιο σοκολατάκι, μανταρίνι ή κάτι άλλο με ελάχιστη αξία στο χρηματιστήριο καλάντων. «Νίκο πάρε μερικά μανταρίνια από την λαϊκή, θα έρχονται τα παιδιά, να έχουμε κάτι να φιλέψουμε». Πιθανότατα ο Νίκος πλήρωσε για τα μανταρίνια στην λαϊκή με αλεύρι που αντάλλαξε ή κάποια κάστανα.      

 

Χριστουγεννιάτικα Τραγούδια



Πολλές ακτιβιστικές οργανώσεις αναφέρουν ότι οι υπέυθυνοι από το Γκουαντάναμο επισκέφθηκαν τα Jumbo για να πάρουν ιδέες για βασανιστήρια και πλέον το «Θα πλέξω τούλι» από την Καίτη Γαρμπή έχει πάρει τη θέση του εικονικού πνιγμού, ως το αγαπημένο βασανιστήριο. Η αλήθεια είναι ότι τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια δεν είναι άσχημα, το αντίθετο, είναι ωραία και διασκεδαστικά. Αλλά όταν ξεκινάς να ακούς τα ίδια τραγούδια εδώ και χρόνια από τα μέσα Νοέμβρη μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, παντού και συνέχεια, μάλλον μπουχτίζεις. Αυτό το ταλαίπωρο “Last Christmas” του μακαρίτη έχει ακουστεί περισσότερες φορές και από όλα τα τραγούδια των Scorpions μαζί στους ελληνικούς «ροκ» σταθμούς. Τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια ακούγονται παντού, χωρίς οίκτο και κυρίως χωρίς μέτρο: Ραδιοφωνικοί σταθμοί, καφετέριες («Μα γιατί να τραγουδήσω τα κάλαντα μαζί σας κύριε μου, έναν καφέ μπήκα να πάρω»), καταστήματα με ρούχα, ενώ πολλοί υποστηρίζουν ότι ακόμα και το καζανάκι αυτές τις ημέρες τρέχει σε ρυθμό «ω έλατο», δυστυχώς χωρίς την αντίστοιχη μυρωδιά.   

 

Στολισμός



Με τους πιο υπερβολικούς να ξεκινάνε τις σκέψεις εκεί, μετά την 28η Οκτωβρίου και την υλοποίηση μέσα Νοέμβρη, ο στολισμός του δέντρου και του σπιτιού προσδίδει την απαραίτητη «ζεστασιά» για τις ημέρες, παρόλο που έξω μπορεί να έχει 30 βαθμούς τον Νοέμβρη. Στα σπίτια, αλλά κυρίως στις εταιρείες, ο στολισμός του δέντρου γίνεται με την αρωγή όλων («Τάκη έλα να βάλεις κι εσύ μια μπάλα για το καλό»), αλλά το ξεστόλισμα και μάζεμα είναι πιο μοναχικό κι από τη ζωή ερημίτη καλόγερου. Στις εταιρείες τα δέντρα παραμένουν στολισμένα μέχρι και την Τσικνοπέμπτη ή μέχρι να τα μαζέψει κάποια ταλαίπωρη καθαρίστρια, στους δρόμους τα στολίδια μένουν έτσι μέχρι του χρόνου («ε κάπου δεν θα έχουν Χριστούγεννα τώρα;») ή μέχρι να χαλάσουν, ενώ στο σπίτι εξαρτάται από το αν μένεις με τους γονείς σου ή μόνος σου. Στη δεύτερη περίπτωση, το μάζεμα γίνεται μόνο όταν σου έχουν σπάσει τα νεύρα οι πλαστικές πράσινες βελόνες που βρίσκεις σε όλο το σπίτι και σε όλες τις κάλτσες σου, με ρυθμούς βαριεστημένης χελώνας κι ενώ σταματάς κάθε 5 λεπτά για να χαζέψεις στην τηλεόραση, στο κινητό ή ακόμα και εκείνο τον κόκκο σκόνης που πέφτει σιγά – σιγά. Κι ενώ έχεις πάρει ένα σχετικά αξιοπρεπές σε μέγεθος και πλαστικούρα δέντρο, που δεν μοιάζει σαν να ξέφυγε από το σετ «Η Barbie κάνει Χριστούγεννα», βλέπεις κάτι σπίτια που το μέτρο είναι άγνωστη λέξη. Πλαστικοί Άγιοι Βασίληδες να κατεβαίνουν με σκοινιά από τα μπαλκόνια (που με την υπερβολή τους δεν είμαι σίγουρος ότι είναι πλαστικοί), λαμπάκια για να φωτίσεις το σπίτι του Πατούλη, ένα μικρό χωριό στην Αφρική ή να σε βλέπουν οι αστροναύτες («Ground Control to Major Tom, βλέπω το σπίτι των Παπαδοπουλαίων») και όλα αυτά απέξω μόνο. Φαντάζομαι το εσωτερικό θα είναι διακοσμημένο με την ίδια στοργή και εξτραβαγκάντσα, με πλαστικούς Άγιους Βασίληδες να χέζουν σε μια πλαστική λεκάνη ή κάτι αντίστοιχο. Τα λαμπάκια που καλύπτουν κάθε τοίχο του μπαλκονιού πάντα αναβοσβήνουν σε διάφορα σχέδια και χρώματα, οδηγώντας τους 3 μάγους με τα τάμπλετ στο σπιτικό («Μαρίκα μη ξεχάσουμε να ειδοποιήσουμε την ξαδέρφη σου να μη φέρουν μαζί τον επιληπτικό Γιωργάκη κι έχουμε τα ίδια και φέτος»).   

 

Κόσμος παντού

Τα πάντα τα Χριστούγεννα είναι γεμάτα κόσμο. Τα ΜΜΜ, οι δρόμοι, τα μαγαζιά, τα bar, οι τράπεζες, τα κρεοπωλεία, τα supermarket, όλα. Το μόνο που είναι άδειο είναι οι τσέπες, γιατί κάτι το δώρο, κάτι τα δώρα, κάτι τα τέλη, έρχονται τα Χριστούγεννα και εκεί γύρω στις 23 αρχίζεις και ανάβεις τον προβολέα που καλεί τον Batman σε σχήμα άστρου Βηθλεέμ, μπας και ξεστρατίσει κάνας μάγος προς το μέρος σου και τη βγάλεις. Το να πιείς ποτό είναι αδύνατο, εκτός αν απολαμβάνεις τον αγκώνα κάποιου στα πλευρά σου («Μα προς θεού κύριε, μην ενοχλείστε, απολαμβάνω τον αγκώνα σας στα πατσά μου»), το να μετακινηθείς με τα Μέσα χωρίς την ανάσα κάποιου στο πρόσωπο σου είναι αδύνατο, ενώ θα μπορούσε να υπάρχει ως adventure game το «πάω τις σακούλες με τα δώρα σπίτι με τον ηλεκτρικό, χωρίς να γίνουν ακορντεόν».

 

Εορταστικό Τραπέζι



Το εορταστικό τραπέζι δεν έχει πληθυντικό αριθμό, είναι κάτι σαν ποίημα της Κικής Δημουλά ή μια αφηρημένη έννοια γενικά. Δεν έχει πληθυντικό, γιατί κάθε μέρα είναι σαν να μη σηκώθηκες ποτέ από το τραπέζι. Από το πρωί με τα μελομακάρονα-κουραμπιέδες, περνάς στην μεσημεριανή επίθεση σε κρασιά και φαγητά σαν τσιμπούσι στο γαλατικό χωριό, κάνεις ένα διάλειμμα το απόγευμα για να κοιμηθείς λίγο, ξυπνάς με ένα γλυκάκι και καφέ και το βράδυ περιδρομιάζεις ό,τι γλίτωσε από το μεσημέρι. Αναλόγως του σπιτιού και της οικογένειας, μπορεί να ισχύει και το αντίστροφο, να τρως δηλαδή το βράδυ τα πάντα και το επόμενο μεσημέρι τα «υπολείμματα». Δύο είναι οι πεποιθήσεις του λαού σχετικά με το εορταστικό φαγητό που έχουν περάσει μέσω λαϊκών δοξασιών μέχρι τις μέρες μας: α. Το μόνιμο φούσκωμα που σε συνοδεύει κατά τις γιορτές περνάει μόνο με περισσότερο φαΐ και β. Το γλυκό πάει σε διαφορετικό στομάχι από το φαγητό, οπότε μπορείς να το φας όσο σκασμένος κι αν είσαι. Τα παραπάνω συναντώνται σε δημοτικά τραγούδια, σε τραγούδια της τάβλας και σε κάποιους στίχους του Ερωτόκριτου.    

 

Εορταστικά προγράμματα



Τα εορταστικά προγράμματα της τηλεόρασης σε συνοδεύουν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το τραπέζι, βοηθώντας τους συγγενείς να μην μιλάνε μεταξύ τους ή έστω, αν είναι από τις οικογένειες που μιλάνε, να βρίσκουν θέματα που να σπάνε τη σιωπή, ή έστω τα ταμπού («Μα είναι δυνατόν να μην ήξερε ποια χαστούκισε τη Λιάνη;»). Τα εορταστικά προγράμματα είναι συνήθως τηλεπαιχνίδια με «διάσημους» καλεσμένους στη θέση των παικτών, οι οποίοι μάλιστα πάντα έχουν τόσες καλές γνώσεις, χιλιοπαιγμένα εορταστικά επεισόδια αρχαίων σειρών («Πάλι αυτό με τον Οδυσσέα και τον χριστουγεννιάτικο Πολύφημο;»), χριστουγεννιάτικες ταινίες που τις έχεις δει πιο πολλές φορές κι από τον εαυτό σου στον καθρέφτη και εορταστικά προγράμματα με χορό, τραγούδι, κρασί, μοντέλα και χριστουγεννιάτικους σκούφους, γυρισμένα από τον Απρίλιο στην καλύτερη των περιπτώσεων. Bonus τα στοιχήματα, για το πόσο έξω θα πέσει στον χρόνο ο Καμίνης, κατά την καθιερωμένη αντίστροφη μέτρηση της παραμονής Πρωτοχρονιάς.    

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Μια ματιά στην καθημερινότητα

Έφτασαν τα Χριστούγεννα κι οι γιορτινές μέρες, οπότε η στήλη φροντίζει να ακολουθεί το πνεύμα αυτών από κοντά, σαν μύωπας stalker και με την κριτική ματιά του Οιδίποδα μετά τη Παπακαλιατική συνεύρεση. Ο πρόλογος υπάρχει μόνο για να μας βάλει στο κλίμα μετά το διάστημα απουσίας, που αν ήμασταν ακόμα στο σχολείο θα μας είχε αφήσει στην ίδια τάξη 14 φορές και θα έκανε τα άλλα παιδάκια να μας μιλάνε στον πληθυντικό και να μας προσφέρουν τη θέση τους στο σχολικό. Ας δούμε πράγματα της καθημερινότητας μας, που είναι από αστεία μέχρι γραφικά ή και τα δύο μαζί.

Ασανσέρ και Μετρό



«Ο ανελκυστήρας στο σταθμό Πευκάκια δεν λειτουργεί προσωρινά, λόγω τεχνικού προβλήματος», με τη συγκεκριμένη ανακοίνωση να γίνεται σε καθημερινή βάση με διαφορετικό σταθμό κάθε φορά. Φημολογείται ότι υπάρχουν κάποια σκοτεινά υπόγεια στην Αθήνα που μπορείς να στοιχηματίσεις για το ποιο ασανσέρ δεν θα λειτουργεί την επόμενη μέρα. Αν και με τις αποδόσεις που δίνουν οι μπούκερ για τον «Ευαγγελισμό», δεν νομίζω ότι αξίζει ιδιαίτερα. Οι Μάγιας είχαν προφητέψει σε κάποιο αρχαίο κείμενο, ότι όταν τα ασανσέρ του μετρό λειτουργήσουν όλα μαζί, ένα φαινόμενο σπάνιο σαν την ευθυγράμμιση 28 πλανητών από διάφορα σύμπαντα, θα πλησιάζει η Μέρα της Κρίσης ή το Τέλος του Κόσμου, χωρίς τον Σβαρτζενέγκερ. 



Φαγητό στη δουλειά



Το να έφερνες ταπεράκι με φαγητό στη δουλειά, πριν λίγα χρόνια, ισοδυναμούσε με ανακήρυξη σου από τους πιο ακραίους σε φτωχό, από τους πιο μετριοπαθείς σε γραφικό και επέφερε τον ισόβιο αποκλεισμό σου από κοινές συναδελφικές εξόδους, κάτι όχι απαραίτητα κακό. Τα πράγματα άλλαξαν με την έλευση των πρώτων Ελ, ώπα λάθος site. Τα πράγματα άλλαξαν με την έλευση των πρώτων μνημονίων και πλέον το lunchbag αποτελεί το απαραίτητο αξεσουάρ κάθε εργαζομένου που σέβεται τον εαυτό του και την τσέπη του. Όλα αυτά τα ταπεράκια έχουν ως σημείο συνάντησης το εστιατόριο ή κάποιον αντίστοιχο κοινόχρηστο χώρο, οπότε, αναγκαστικά, οι άνθρωποι που τα συνοδεύουν, καλούνται να φάνε μαζί. Εξαίρεση αποτελούν οι εργαζόμενοι που λογικά πάσχουν από κάποια χρόνια ρινίτιδα και δεν μυρίζουν ή κάποια χρόνια σταρχιδίτιδα και δεν γαμιέται, οπότε ανοίγουν το τάπερ εκεί στο γραφείο, εξαπολύοντας στο χώρο μυρωδιές βραστού κουνουπιδιού αναμεμειγμένες με στιφάδο και sos από σήματα μορς.

Μια από τις πιο συμπαθείς κατηγορίες είναι αυτοί που τρώνε το μεσημεριανό τους από τις 11-12 το πρωί. Λογικά οι συγκεκριμένοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, έχουν συνταξιοδοτηθεί, αλλά δεν τους το έχει πει κανείς, με αποτέλεσμα να έχουν αποκτήσει συνήθειες ηλικιωμένων. Η απάντηση «μα πεινάω» είναι άκυρη σαν παλιό χάρτινο εισιτήριο ΟΑΣΑ. Κι εγώ πεινάω άνθρωπε μου, φάε ένα τοστ ή ένα φρούτο μέχρι η ώρα να πάει «είμαι κάτω από 80 ετών».

Η κατηγορία εργασιακών συνδαιτημόνων που βρίσκω πιο ενδιαφέρουσα από όλες είναι οι «όλα μέσα». Έχεις φέρει φακές, παραδείγματος χάριν. Καλώς μέχρι εδώ. Έχεις φέρει και τα απαραίτητα περιφερειακά αυτών (φέτα, ψωμί, ελιές, σαρδέλες κλπ) και ακόμα πιο καλώς μέχρι εδώ. Αποφεύγεις ηλίθια σχόλια μη αστείων συναδέλφων για δισάκι και άλλα τέτοια και κάθεσαι να φας χαζεύοντας γύρω και κάνοντας ηχηρά «σλουρπ» με κάθε κουταλιά. Ο διπλανός σου έχει φέρει ακριβώς τα ίδια, με μια μικρή διαφορά: Τα έχει βάλει όλα μέσα στις φακές. Σαρδέλες, φέτα, παπαριασμένες μπουκίτσες ψωμιού και ίσως κάποιο ρόδι από συνταγή του Πετρετζίκη κολυμπάνε στις φακές με την χάρη αλιγάτορα σε βάλτο. Πάντα θέλω να χαϊδέψω στο κεφάλι αυτούς τους ανθρώπους, για να δω αν θα ξαπλώσουν ανάσκελα για να τους χαϊδέψω και την κοιλιά ή έστω να τους προσκαλέσω σπίτι για να δω πόσες φορές θα γυρίσουν γύρω από τον καναπέ και θα τον μυρίσουν, πριν τελικά κάτσουν.



Χαιρετούρες στο γραφείο

Ένα από τα πιο γραφικά πράγματα όταν δουλεύεις σε εταιρεία με αρκετούς ή πολλούς εργαζομένους είναι οι ατέρμονες χαιρετούρες. Όλη σου η μέρα είναι ένας χαιρετισμός. Μπαίνεις το πρωί και καλημερίζεις τους πιο κοντινούς. Κάθε ένας που έρχεται λέει καλημέρα και απαντάς. Πήγε 10, δίψασες, πας να βάλεις νερό από τον ψύκτη και πετυχαίνεις τον τύπο που καλημέρισες 1 ώρα πριν και τον ξαναχαιρετάς ή κάνεις το διεθνές σήμα χαιρετισμού με τα σηκωμένα φρύδια. Πας τουαλέτα και πάλι χαιρετάς κόσμο, μπαίνοντας, βγαίνοντας και κατά τη διάρκεια. «Τι γίνεται; Τι κάνεις Νίκο;». Τι να κάνει ο Νίκος; Πριν μια ώρα σου είπε ότι είναι καλά. Λες και η αυτόματη απάντηση δεν είναι πάντα «Μια χαρά, εσύ;». Δεν πα να έχει πεθάνει η γάτα σου, να έχεις χωρίσει, να έχεις λοίμωξη του αναπνευστικού και να αναπνέεις σαν τον Καρρά. Αν κάποιος σε ρωτήσει τι κάνεις, θα απαντήσεις αυτομάτως «Μια χαρά». Τα εργασιακά παράδοξα σταματούν εδώ, καθώς τους αξίζει ξεχωριστό άρθρο.

Τα τρέιλερ ταινιών

Πιστεύω ότι αν τα τρέιλερ ταινιών διαρκούσαν ένα-δύο λεπτά παραπάνω, δεν θα χρειαζόταν καν να δει κάποιος την ταινία. Ήδη, έχοντας δει το τρέιλερ έχεις σχεδόν δει την ταινία, έχεις «φάει» τα σπόιλερ και μένει μόνο να μάθεις το τέλος. Αν έσβηνες τα φώτα κι είχες έναν τύπο δίπλα σου να στέλνει μηνύματα την ώρα που βλέπεις το τρέιλερ, με όσο το δυνατόν πιο φωτεινή οθόνη, κι άλλον έναν (ή τον ίδιο, ας μην ανεβάζουμε χωρίς λόγο το μπάτζετ) να μασουλάει πατατάκια δυνατά , θα είχες εξασφαλίσει όλη την εμπειρία του σινεμά από το σπίτι σου.

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Μια γκρίνια για το Καλοκαίρι

Οι περισσότεροι από εμάς κάνουν αυτή την περίοδο τις καλοκαιρινές τους διακοπές, άλλοι ετοιμάζονται με την προσμονή φαντάρου που ετοιμάζεται να απολυθεί και άλλοι έχουν γυρίσει με το μαύρισμα στο δέρμα, το μαύρισμα στην ψυχή και τον φθόνο στο μάτι για τους υπόλοιπους που μετράνε αντίστροφα. Καλό το καλοκαίρι, οι παραλίες, το καρπούζι, τα «μπάνια του λαού» και τόσα άλλα που είναι συνυφασμένα με τα καλοκαίρια μας, αλλά υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που ενοχλούν έναν μέσο άνθρωπο το καλοκαίρι, πόσο μάλλον κάτι γερογκρινιάρηδες σαν τον γράφοντα που ψάχνει ευκαιρία να γκρινιάξει.  

Ο Καιρός (όχι γαρ εγγύς)

Από τις 90 μέρες του καλοκαιριού θα έχει καύσωνα τις 62 μέρες που πηγαινοέρχεσαι στη δουλειά με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Τις 18 μέρες που είναι Σαββατοκύριακα θα βρέχει ή ο ουρανός θα θυμίζει την Mordor λίγο πριν ξεκινήσεις με τη συντροφιά του Δαχτυλιδιού. Τις 5-10 μέρες που θα πας διακοπές σε κάποιο νησί, τα μελτέμια θα σου παίρνουν το κεφάλι με τον αέρα, θα παραγουλιαστείς σαν χταπόδι από το κύμα πηγαίνοντας στο νησί, η άμμος θα σε μαστιγώνει με διαθέσεις σαδίστριας αφέντρας και οποιαδήποτε βουτιά στην ανακατεμένη θάλασσα θα σε κάνει να βγαίνεις από μέσα καλυμμένος με φύκια, άμμο για να χτίσεις 2 καστράκια στο μαγιό και σε οποιοδήποτε σημείο μπορεί να μπει και με σουβενίρ το πάνω μέρος του μαγιό μιας κυρίας.

Αυτοί που έρχονται δίπλα σου στις παραλίες



Λογικά είναι οι ίδιοι που έρχονται ακριβώς δίπλα σου στην (άδεια) αποβάθρα του μετρό/ηλεκτρικού, όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Το καλοκαίρι που δεν χρησιμοποιούν Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, πρέπει με κάποιον τρόπο να εκνευρίζουν τους υπόλοιπους, οπότε τι πιο απλό από το να πας να μπαστακωθείς με όλο το σόι δίπλα σε ένα ζευγαράκι που κάθεται ήσυχο σε μια γωνιά. Η παραλία είναι σχεδόν άδεια, ο ήλιος ζεστός, η θάλασσα ήρεμη κι εσύ απολαμβάνεις την ήρεμη μοναξιά του τοπίου, τη νωχελική ραστώνη του καλοκαιριού και τον χαλαρωτικό ήχο από το ήρεμο πλαφ πλαφ που κάνει η θάλασσα. Η κοπέλα σου έχει βγάλει το πάνω μέρος του μαγιό (στην καλύτερη) ή (στη χειρότερη) είστε και οι δύο σαν τους πρωτόπλαστους, λογικά με αρκετά λιγότερη τρίχα από αυτούς, απολαμβάνοντας τη θάλασσα και ο ένας τον άλλον. Μέσα σε δευτερόλεπτα τα πάντα αλλάζουν, όταν μια θορυβώδης οικογένεια κάνει την εμφάνιση της και για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποφασίζει να έρθει ακριβώς δίπλα σου. Ο μπαμπάς ρουφάει την κοιλιά και ρίχνει λάγνες ματιές προς την κοπέλα σου, η μαμά σχολιάζει αρκετά δυνατά για να είναι σίγουρη ότι ακούγεται μέχρι εκεί για τους ξετσίπωτους, τα παιδιά έχουν ρίξει νερό σε όποιον και ό,τι βρίσκεται σε ακτίνα χιλιομέτρων και η γιαγιά κι η θεία μουρμουράνε διάφορα ακατάληπτα, καθώς απλώνουν όλη την προίκα τους για την μία ώρα που θα κάτσουν. Η χαλαρή και ερωτική διάθεση έχει πετάξει για θερμότερα κλίματα και εσύ μένεις να ακούς φωνές για κεφτεδάκια, «να μην πάτε στα βαθιά», τρανζιζστοράκι να παίζει τοπικό σταθμό με πολύ έκο και ο χρόνος απομάκρυνσης σου από την παραλία, θυμίζει Παρασκευή 16:59 στο γραφείο.    

Οι κλαρινοφυλές

Πρώτα εμφανίστηκαν οι κλαρινογαμπροί. Στη συνέχεια, έκαναν την εμφάνιση τους οι κλαρινογκόμενες. Οι συγκεκριμένες φυλές άρχισαν να λυμαίνονται τα bar, τις παραλίες και όλα τα υπόλοιπα μέρη που συχνάζαμε οι υπόλοιπες. Στα αντρικά μπλουζάκια με V βαθύ σαν τη φωνή του Barry White, ήρθαν να προστεθούν οι γυναικείες παντόφλες της γιαγιάς με το χιαστί δέσιμο πάνω και τον χοντρό πάτο κάτω. Οι δικαιολογίες «πήγα να ψωνίσω και δεν υπήρχε κάτι που να μην είναι έτσι» είναι απλώς αστείες και δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά. Όποιος θέλει βρίσκει. Τόσες γυναίκες ψωνίζουν ακόμα λευκά σώβρακα για τους συζύγους τους. Δεν θεωρώ ότι είμαι αντιπροσωπευτικό δείγμα του «κανονικού», καθώς είμαι ο τύπος που θα φορέσει τα all-star του για να πάει στη θάλασσα, αλλά εσπαντρίγιες; «Ρε φίλε είναι ένα απλό δροσερό παπούτσι, τι να φοράω καλοκαιριάτικα; Κλειστό παπούτσι;» είπε και έβαλε στο πατάρι τα αθλητικά παπούτσια (προορισμένα για ποδόσφαιρο, μπάσκετ ή μαραθώνιο) με την κάλτσα, που φορούσε όλα τα καλοκαίρια, μέχρι πριν 2 χρόνια. Οι κλαρινογαμπροί αναπαράγονται τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες, με την κορύφωση της διαδικασίας να περιλαμβάνει άπλωμα λαδωμένων γραμμωμένων κοιλιακών σε ξαπλώστρα, πολύχρωμα ρούχα και μαγιό με φοίνικες που προσελκύουν τα θηλυκά, κουρέματα ξεπατικωμένα από άρειους εκπροσώπους της νεολαίας του Χίτλερ και άλλα πολλά. Κυνηγούν σε κοπάδια και προσπαθούν να απομονώσουν κλαρινοθηλυκά, ώστε να ζευγαρώσουν. Τα κλαρινοθηλυκά είναι εύκολα αναγνωρίσιμα από το βάψιμο Kim Kardashian, την κατοχή κάποιου αντικειμένου με ροζ φλαμίνγκο και άλλα τέτοια που μπορείς να διαβάσεις στη Βίβλο της κλαρινοφυλής «Πώς να είστε ακριβώς ίδιοι με όλους τους άλλους».        

Είσαι τουρίστας

Οι 2 εβδομάδες κοντά στον 15Αύγουστο είναι η ευκαιρία πολλών να πάνε διακοπές και η ευκαιρία άλλων να βγάλουν τα «σπασμένα» όλης της χρονιάς. Είναι κατανοητή η ανάγκη των ιδιοκτητών μαγαζιών, ξενοδοχείων και άλλων συναφών με τον τουρισμό επαγγελμάτων να εκμεταλλευτούν την καλοκαιρινή περίοδο, αλλά μέχρι ενός ορίου. Ξέρεις ότι εκεί που θα πας, θα πληρώσεις «βαπορίσιο» το κάθε τι, αλλά όχι και 3 ευρώ το πιτόγυρο. Το δωμάτιο που νοικιάζεις για 80€ το βράδυ, θα έκανε τα 3 αστέρια του να φύγουν μόνα τους από την ντροπή τους και το ποτό που πληρώνεις 10€ σε κάνει να νιώθεις σαν ιθαγενής που μόλις αντάλλαξε 3 πεδιάδες για ένα καθρεφτάκι και λίγο «νερό που καίει». Στα μέρη αυτά και ως τουρίστας, θα συναντήσεις τους τύπους «έχω πάντα προτεραιότητα στο χωριό μου» και θα διαπιστώσεις ότι μερικές φορές τα σήματα υπάρχουν μόνο για διακοσμητικούς λόγους.
-Μα είχες STOP!
-Άσε μας ρε φίλε έρχεσαι μια εβδομάδα εδώ και θα μου πεις κιόλας ότι έχεις προτεραιότητα. Ήμουν όλο το χειμώνα εδώ    

Τα πετούμενα



Καλοκαιράκι: Μαγιό όλη μέρα, ανοιχτά παράθυρα να μπαίνει η βραδινή δροσιά, μυρωδιά από βασιλικό, καρπούζι στο μπαλκόνι, η τηλεόραση του δίπλα στη διαπασών και φυσικά δεκάδες έντομα και διάφορα ιπτάμενα πράγματα που κάνουν επιδρομή με την αυταπάρνηση Ιάπωνα Καμικάζι. Το μεσημέρι θα είναι μύγες διαφόρων μεγεθών και ονομάτων με δεύτερο συνθετικό το –μυγα και βασικό συστατικό την ενόχληση και το βούισμα. Ειδικά αν προσπαθήσεις να κοιμηθείς λίγο, μετά τα 8 γεμιστά (αυστηρά πάντα με κιμά), το ένα κιλό φέτα και την μισή φραντζόλα ψωμί που ρούφηξε οποιοδήποτε ίχνος λαδιού υπήρχε στο πιάτο, που σου έφεραν μια σχετική νύστα η μύγα θα σε ξυπνάει ανά δέκα λεπτά με το ενοχλητικό της βούισμα και την προσγείωσή της σε οποιοδήποτε ακάλυπτο μέρος του σώματος σου. Ιπτάμενες κατσαρίδες, που πεθαίνουν πιο δύσκολα κι από τον Chuck Norris σε οποιαδήποτε ταινία του, προσθέτουν την απαραίτητη ενόχληση και σιχασιά και βάζουν μερικές πινελιές τρόμου για τις πιο ευαίσθητες ψυχές. Αυτοί που έχουν βιώσει τον τρόμο, θα σου πουν, ότι αυτό που τους έκανε να χάσουν τα λογικά τους, δεν ήταν άλλο από το «κρακ» που ακούστηκε όταν την πάτησαν. Μέλισσες και σφήκες σου κρατάνε συντροφιά στις παραλίες και κατά τη διάρκεια του φαγητού. Το βράδυ διάφορα κουνούπια και άλλοι ιπτάμενοι ξενύχτηδες θα κάνουν παρέα στο δέρμα σου και αφού κεράσεις σιτρονέλα, φιδάκι και άλλα χημικά, θα πάρουν και γεύση από το ποτό σου ή θα αυτοκτονήσουν εκεί. Να αυτοκτονήσεις στο νερό μου ρε γαϊδούρι, στο ποτάκι μου πρέπει;      

Τα μαγαζιά που καταλαμβάνουν όλη την παραλία



Καταλαβαίνω την ανάγκη να υπάρχει στην παραλία ένα μαγαζί που να αγοράσεις ένα νεράκι, έναν καφέ και κάτι να φας. Δεν καταλαβαίνω την ανάγκη να είσαι μόνιμα ξαπλωμένος σε μια ξαπλώστρα, η οποία, μάλιστα, κάθε χρόνο που περνάει γίνεται και πιο «καναπαδέ». Πλέον βλέπουμε ξύλινα παραπήγματα ικανά να στεγάσουν μια μικρή οικογένεια, με κουνουπιέρες, ντουλαπάκια αποδυτηρίων και άλλες υπερβολές. Με ενοχλεί να έχει καταληφθεί σχεδόν όλη η παραλία από ένα μαγαζί, αφήνοντας ελάχιστο χώρο στις δύο άκρες για τους υπόλοιπους λουόμενους, οι οποίοι δέχονται βλέμματα αποδοκιμασίας που κάθονται «εκεί στην άμμο» και όχι σε κάποια υπερλούξ ξαπλώστρα. Η μουσική από lounge κονσέρτο για 2 ασανσέρ και mall, μέχρι νταπα ντουπα ως το τέλος των καιρών, αποτελεί το αναγκαστικό soundtrack της βουτιάς σου. Απαραίτητο συνοδευτικό όλων αυτών είναι οι τύποι με τις ρακέτες, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να τραβήξουν τα βλέμματα των θηλυκών με περίτεχνες (κατά τη γνώμη τους) ενέργειες και βουτιές στην άμμο γεμάτες αυτοθυσία, που στο μυαλό τους θα φιγουράριζαν άνετα ως φωτογραφικά ενσταντανέ. Πήγαινε λίγο πιο δίπλα ρε άνθρωπε και κάνε ό, τι θες, πρέπει να παίζεις μέσα στην μούρη μου; Καμία δεν είπε ποτέ «Αχ αυτός ο τύπος παίζει καταπληκτικά ρακέτες, φαντάσου πως θα κάνει σεξ», οπότε ή παίξε σαν άνθρωπος ή πήγαινε πιο δίπλα.  

Τα καλοκαιρινά «χιτάκια»

Κάθε καλοκαίρι τα αυτιά μας πρέπει να βασανίζονται από κάποιο hit, το οποίο έχει δημιουργηθεί ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Το «Η πιο όμορφη σε όλη την Ελλάδα» και τα άπαντα του Παντελίδη μετατράπηκαν σε Despacito και «Ξημερώματα δίνεις δικαιώματα» και το μυαλό μας σε πουρέ. Θα πρέπει αναγκαστικά να τα ακούσεις σε διάφορα μαγαζιά, διάφορες εντάσεις και διάφορα ουρλιαχτά από εκστασιασμένους (μεθυσμένους) θαμώνες. Τα ελληνικά κομμάτια θα ακούσεις τους γύρω σου να τα τραγουδάνε σχεδόν ολόκληρα ή έστω τα ρεφρέν, αναλόγως του βαθμού αλκοόλ που ρέει στο αίμα τους, ενώ αυτά με τον ξένο στίχο δεν έχουν την ίδια τύχη, παρά τραγουδιούνται μόνο μερικές λέξεις που έχουν «πιάσει». Στο ίδιο καζάνι βράζουν και τραγούδια τόσο χιλιοπαιγμένα από DJs που σε κάνουν να τα μισείς περισσότερο κι από τις στάνταρ playlist των περισσότερων ραδιοφώνων (Locomondo, It’s Raining Men, YMCA), αλλά και καινούρια τραγούδια που παίζονται με τη συχνότητα ξαναγεμίσματος ποτηριού σε (τσάμπα) τραπέζι γάμου, όπως το Shape of You.  

Σταματάω το κείμενο εδώ καθώς κοντεύει να πάρει τις διαστάσεις μπυροκοιλιάς μετά από διακοπές, αλλά όχι χωρίς να γίνει αναφορά:
-Στους τύπους που φοράνε σανδάλια, Birkenstock και αυτά τα άσχημα παπούτσια για μέσα στο νερό
-Στα αλαλάζοντα παιδιά που τρέχουν σε κοπάδια στο πλοίο και σε μαγαζιά αφήνοντας τους γονείς τους σε ησυχία, αλλά ενοχλώντας όλο τον υπόλοιπο κόσμο
-Στα παιδάκια που κατουράνε αναίσχυντα στην άκρη της θάλασσας με την προτροπή των γονιών τους. Μπες μέσα φίλε μου, όπως είναι το φυσιολογικό
-Στους ενοχλητικούς, φασαριόζους γείτονες σε δωμάτια, camping και ταβέρνες
-Στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς τον Αύγουστο που είναι πιο αραιά κι από μαλλί 90χρονου
  

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Καθημερινές στιγμές αμηχανίας, πρώτο μέρος

Υπάρχουν καθημερινά στη ζωή μας πολλές στιγμές αμηχανίας σε διάφορους βαθμούς. Αναλόγως πόσο νευρωτικός και «περίεργος» είσαι, μπορεί να κυμαίνονται από κάτι απλό τύπου να φωνάξεις τον σερβιτόρο ή επιπέδου πρώτου ραντεβού, με την αμηχανία να μοιάζει πιο πυκνή κι από την τρίχα στο στήθος καμακιού των ‘80s. Ας δούμε μερικές στιγμές γεμάτες αμηχανία από αυτές που νιώθει μόνο ο σύγχρονος άνθρωπος της πόλης και θα έκανε άνθρωπο περασμένων δεκαετιών να τον κοιτάει με απορία και ύφος «τι να έχει το παιδί». 

Η συζήτηση στο ασανσέρ



Τα θέματα που αναλύονται είναι πάντα τα ίδια: «τι κάνετε κυρία Άννα;» Για να σου απαντήσει μηχανικά «Καλά αγόρι μου, εσύ;» και μετά να σου πει πως είναι όμως λίγο μπουκωμένη και έχει και αλλεργίες σε 28 διαφορετικά φυτά και σκόνες. Ο καιρός πάντα αναφέρεται ως θέμα, με τον συνομιλητή να συμφωνεί πάντα, χωρίς να μπορεί να πει κάτι άλλο και η συζήτηση πεθαίνει εκεί, ίσως από ασφυξία από την αυξανόμενη αμηχανία. Συνήθως ακούγεται και κάποια άκυρη παρατήρηση τύπου «Πήγατε για ψώνια ε;», ενώ ο συνομιλητής είναι φορτωμένος σαν γαϊδούρι με σακούλες Supermarket ή απλώς ματιών.

Η τοποθέτηση των πραγμάτων στη σακούλα του σουπερμάρκετ



Ενώ η ταμίας ρίχνει αδυσώπητα και ασταμάτητα τα επόμενα πράγματα, εσύ ακόμα πασχίζεις να πληρώσεις, γεμίζοντας παράλληλα και τις σακούλες. Bonus ο επόμενος πελάτης, ο οποίος έχει ήδη έρθει δίπλα σου και περιμένει σαν γύπας στο Λούκυ Λουκ. Η αμηχανία θα μεγαλώσει κι άλλο από κάποια πτώση του πορτοφολιού, του γυάλινου μπουκαλιού μαγιονέζας light ή απλώς της αυτοπεποίθησής σου. Εκτός του ότι όλοι κοιτάνε τα πράγματα που αγόρασες κι εσύ νιώθεις σαν να περνάς εξετάσεις («Ωπ, τι βλέπω; Ολικής άλεσης ε; Αυτό σε μάρανε, δίπλα στα πατατάκια»), προσπαθείς να ανοίξεις την σακούλα, δεν τα καταφέρνεις και την φυσάς όπως έχεις δει να κάνουν με χάρη. Η σακούλα φυσικά και δεν ανοίγει, πετάς σαλάκια παντού σαν ασθματικό παιδάκι που φυσάει κεράκια στην τούρτα γενεθλίων και καταλήγεις να σαλιώνεις δάχτυλο και να ανοίγεις ντροπιασμένος την σακούλα υπό το βλέμμα αποδοκιμασίας και σιχασιάς των υπολοίπων. Το σαλιωμένο σου δάχτυλο θα δώσει την κάρτα στην ταμία για πληρωμή, η οποία θα φροντίσει να την πιάσει όσο πιο στην άκρη γίνεται και αν μπορούσε, είσαι σίγουρος ότι θα έβγαζε να φορέσει γάντια.  

Διάσχιση δρόμου

Ανάβει το κόκκινο φανάρι για τα αυτοκίνητα και εσύ ξεκινάς να διασχίσεις τον δρόμο. Για κάποιον, πραγματικά ανεξήγητο λόγο, αν δεν έχει άλλους πεζούς, έχεις την εντύπωση (και ίσως συμβαίνει) ότι σε κοιτάνε όλοι. Νιώθεις αμηχανία σε σημείο να μπερδεύεις τα βήματα σου ή να σκοντάφτεις.

Γραμμή τερματισμού

Το να περπατάς στην ίδια ταχύτητα με τον διπλανό σου στο δρόμο. Προχωράς λίγο πιο γρήγορα για να τον προσπεράσεις και να μην περπατάτε δίπλα-δίπλα σαν δρομείς σε τερματισμό και επιταχύνει κι αυτός. Κάνεις δεξιά περνώντας μέσα από φυλλωσιές, συρματοπλέγματα, έναν στίβο μάχης και κάτι άλλα εμπόδια για να τον προσπεράσεις, μόνο και μόνο για να τον βρεις πάλι δίπλα σου.

«Μα ντράπηκα να στο πω»



Ο συνομιλητής σου έχει κάτι πχ μαρούλι/κρέας στο δόντι του. Όσο μιλάτε είναι το μόνο που βλέπεις. Ένα κομματάκι μαρούλι που πάει πέρα δώθε, γελάει και μένει πιστό πάνω του, σαν γιαγιά την Μεγάλη Εβδομάδα. Κάθε φορά που σκέφτεσαι ότι πρέπει να του το πεις, «παίζεις» όλα τα πιθανά σενάρια που θα εξελιχθεί ο διάλογος και όλα καταλήγουν στην αμηχανία και από τις δύο πλευρές. Μέχρι να σκεφτείς όλα αυτά, έχει έρθει κάποιος τρίτος, ο οποίος με τον που τον βλέπει του λέει για το μαρούλι/κραγιόν/γύρο στο δόντι. Έρχεται σε αμηχανία γιατί σκέφτεται ότι τόση ώρα το είχε και δεν του είπες τίποτα και εσύ, ακόμα πιο αμήχανος, προσπαθείς να πείσεις ότι δεν το είχες προσέξει και κοιτάς με ύφος «έλα ρε, δεν το είχα προσέξει».

Sound Of Silence

Η ησυχία που υπάρχει όταν κουρεύεσαι, είσαι σε ταξί χωρίς μουσική κλπ. Η αμηχανία που προκαλείται σε πολλές περιπτώσεις φέρνει λογοδιάρροια, με ακατάσχετη και ακατάληπτη φλυαρία για ένα άκυρο θέμα, μόνο και μόνο για να μην ακούς τις σκέψεις σου. Σε άλλες περιπτώσεις, απλώς κατεβαίνεις από το ταξί («αφήστε με εδώ καλύτερα») και περπατάς 12 χιλιόμετρα. Αν πρόκειται για κουρέα, μένεις με το μαλλί του Skrillex ή της Άννας Βίσση, τότε που δεν διαφήμιζε κολλαγόνα.

Τηλεφώνημα στα Μ.Μ.Μ.

Σε παίρνει τηλέφωνο η καινούρια κοπέλα σου, ενώ είσαι σε γεμάτο λεωφορείο. «Έλα…Στο λεωφορείο…Ναι, και μένα. Όχι, όχι δεν έχω κάτι. Ναι, είμαι στο λεωφορείο. Όχι, βρε καμία σχέση με το χτεσινό συμβάν. Ναι, ναι, ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ». Η αμηχανία σου προκαλεί ιδρώτα, ο οποίος σου προκαλεί περισσότερη αμηχανία και ματιές από τους δίπλα επιβάτες. Οι γύρω σου ακούνε σχεδόν και τις δύο πλευρές, παρ’ όλες τις προσπάθειες σου να χαμηλώσεις την ένταση, γελώντας μάλιστα σε άκυρα σημεία του διαλόγου επειδή δεν ακούς ούτε εσύ στο τέλος.

«Έχετε τελειώσει;»



Η χειρότερη και πιο αμήχανη στιγμή σε ένα εστιατόριο είναι όταν, έχοντας τελειώσει το φαγητό, έρχεται ο σερβιτόρος να απομακρύνει τα πιάτα. Υπάρχουν περιπτώσεις που με το που σηκώσει το πιάτο σου για να το μαζέψει, ο λεκές της λαδιάς από κάτω, δεν έχει φτάσει μόνο μέχρι το τραπεζομάντηλο, αλλά μέχρι και το ίδιο το ξύλο, ποτίζοντας ό, τι μπορεί να ποτίσει. Σε άλλες περιπτώσεις, όταν μαζέψει την χαρτοπετσέτα, διαπιστώνει ότι σαν άλλο kinder έκπληξη έχει μέσα το μισοφαγωμένο και σαλιωμένο κομμάτι μπριζόλας που έβγαλες γιατί «να μωρέ είχε ένα ξυγκάκι εκεί» και φρόντισες να το τυλίξεις στοργικά στην χαρτοπετσέτα, σαν φρεσκογεννημένο Χριστό σε φάτνη.   

Η μαρμότα της ιστορίας


Κάποιος ξεκινάει να σου λέει μια ιστορία. Δεν τον ξέρεις τόσο καλά για να τον διακόψεις και να του πεις ότι στην έχει ξαναπεί σε βαθμό επανάληψης επεισοδίου «Κωνσταντίνου και Ελένης». Κάθεσαι στωικά και ακούς την ιστορία για πολλοστή φορά, αναγκασμένος να γελάς σε συγκεκριμένα σημεία, καθώς σε κοιτάει και γελάει. Το τέλος της ιστορίας αλλάζει σε κάθε εξιστόρηση αυτής κάνοντας σε να πιστεύεις ότι δεν μιλάς με τον φίλο σου τον Σωτήρη, αλλά με κάποιον άλλο με επίθετο να τελειώνει σε –Σεν και μικρό όνομα Χανς Κρίστιαν. Σε χειρότερη αμηχανία σε φέρνουν οι άνθρωποι που επιλέγουν να απευθύνουν σε εσένα, από όλη την παρέα, ένα ανέκδοτο και εσύ να είσαι αναγκασμένος να γελάς, ενώ οι άλλοι έχουν την ελαστικότητα προσώπου κυρίας με μπότοξ.   

Τέλος πρώτου μέρους

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Καθυστερήσεις...

Οι παλαιότεροι θα θυμούνται τις εποχές προ κινητών τηλεφώνων, στις οποίες τα ραντεβού δίνονταν σε κάποιο κεντρικό μέρος («Έξω από το Metropolis») και όφειλες να ήσουν στην ώρα σου, αφού δεν είχες τρόπο να ειδοποιήσεις για τυχόν καθυστέρηση. Ο μόνος τρόπος να ειδοποιήσεις ήταν στο σταθερό αν τον προλάβαινες πριν ξεκινήσετε ή να του τηλεφωνήσεις σε κάποιο καρτοτηλέφωνο απέναντι από το σημείο ραντεβού, αλλά μόνο αν παίζατε σε ταινία. Αν το ραντεβού ήταν ερωτικού χαρακτήρα και όχι επαγγελματικό ή φιλικό, μετά το πρώτο ακαδημαϊκό τέταρτο φοβόσουν ότι μία βρήκες να σε θέλει με το μαλλί καπελάκι και αυτή χτυπήθηκε από αμάξι ή ακόμα χειρότερα, το μετάνιωσε. Κάθε φορά που πλησίαζε κάποιος που έμοιαζε με το πρόσωπο που περίμενες, χαιρετούσες από μακριά μόνο και μόνο για να διαπιστώσεις όσο πλησίαζε ότι μάλλον δεν είναι αυτός και σίγουρα έγινες ρεζίλι.
Στην μετα-κινητή εποχή, τα πάντα άλλαξαν, οι περισσότεροι καθυστερούν γιατί ξέρουν ότι υπάρχει η σίγουρη λύση του τηλεφώνου ή ακόμα καλύτερα του μηνύματος/ messenger που δεν θα καταλάβει ο άλλος ότι είσαι ακόμα σπίτι ή στον Άγιο Νικόλαο («Είμαι Μοναστηράκι και φτάνω σε 5’»). Ένα έθιμο του μοντέρνου γάμου, (εκτός από τα 3ήμερα bachelor σε κάποιο νησί με την ιδέα της ταινίας Hangover ως πυξίδα, αλλά με την ουσία να είναι «δεν ξέρω που θα βρείτε τα λεφτά να έρθετε, εγώ εκεί θα το κάνω») είναι η αργοπορία της νύφης.
Φαντάζομαι ότι σκοπός είναι να «αγχωθεί» ο γαμπρός με την αργοπορία της νύφης και να φοβηθεί ότι πιθανόν το μετάνιωσε και θα τον παρατήσει στα κρύα μάρμαρα της εκκλησίας. Μοιάζει μια πολύ λογική κίνηση από την πλευρά της νύφης, η οποία έχει χάσει μερικούς μήνες από τη ζωή της να προγραμματίζει αυτό το γεγονός, που θα κάτσει ο θείος Τάκης που δεν μιλάει με την θεία Νίνα, αν θα σερβίρουν μοσχαράκι νουά ή κοτόπουλο και έχει περάσει τις τελευταίες 7 ώρες καθισμένη σε ένα σκαμπό με κόσμο να την βάφει, να τη χτενίζει και να την πρήζει.



Σε ένα γάμο στη Λάρισα, μια νύφη τηρώντας το έθιμο της καθυστέρησης (της χρονικής, όχι της άλλης, αλλιώς θα μιλούσαμε για Γαμοβάφτιση) έφτασε τα 45 λεπτά και τον παπά στα όρια του. Όταν έφτασε εν τέλει, ο παπάς την είδε, κλείδωσε την πόρτα του ναού και έφυγε. «Έχω μια δουλειά, θα επιστρέψω σε 45 λεπτά» είπε στο ζευγάρι, φωτογράφους κλπ και έφυγε. Όντως επέστρεψε μετά από 45 λεπτά και η τελετή ολοκληρώθηκε με μιάμιση ώρα καθυστέρηση, σαν ποδοσφαιρικός αγώνας με επεισόδια, χωρίς να ξέρουμε αν οι παπάδες ζήτησαν να αδειάσει η εκκλησία από τους θεατές για να συνεχιστεί η τελετή. Το ζευγάρι κατήγγειλε το περιστατικό στην Μητρόπολη, έχοντας την παράλογη πεποίθηση ότι έχει δίκιο και μόνο αυτοί μπορούν να στήνουν τον κόσμο.  

Στο Las Vegas, διαρρήκτες μπήκαν στην αποθήκη εταιρείας ερωτικών παιχνιδιών και έκλεψαν 30000 προφυλακτικά. Την επόμενη μέρα «ξαναχτύπησαν» την ίδια αποθήκη και έκλεψαν ερωτικά βοηθήματα και παιχνίδια. Την δεύτερη μέρα, τα κλοπιμαία ήταν αξίας 15000 δολλαρίων και συμπεριλάμβαναν 33 συσκευές για μασάζ στον προστάτη και άλλα 45 παιχνίδια. Εκτός του ότι οι συσκευές για μασάζ στον προστάτη μου ακούγονται τουλάχιστον επώδυνες, έχει ενδιαφέρον να μάθουμε γιατί 33. Είχε κι άλλες, αλλά για κάποιο λόγο ήθελαν μόνο 33 ή σήκωσαν όσες είχε και ήταν 33;



Η εταιρεία δημοσιοποίησε το γεγονός και εικόνες από τις κάμερες ασφαλείας από τον λογαριασμό της στο twitter, ενώ ο ιδιοκτήτης δήλωσε «Τι πάρτι ετοίμαζαν αυτοί οι διαρρήκτες; Θα μπορούσαμε να τους είχαμε σπονσοράρει. Μια πρόσκληση αρκούσε». Σίγουρα οι καιροί εκτός από εγγύς είναι και δύσκολοι, αλλά προφυλακτικά; Φαντάζομαι τύπους σε σκοτεινά σημεία της Πανεπιστημίου, με τις κλασσικές σακούλες γεμάτες κλεμμένα γυαλιά ηλίου, iPhone κλπ, αλλά με προφυλακτικά στη θέση τους. «Αδερφέ έχω καποτίτσα κομπλέ. Πάρε, καινούρια είναι, αχρησιμοποίητη, ούτε μια τρύπα δεν έχει. Να δες». Ας ελπίσουμε ότι οι διαρρήκτες δεν κάθισαν να δοκιμάσουν τα κλοπιμαία εκεί επί τόπου, γιατί οι κάμερες δεν θα είχαν μόνο τη διάρρηξη και κλοπή, αλλά και υλικό για ταινία του Σειρηνάκη με τίτλο «Οι κλέφτες της διπλανής (πίσω) πόρτας» ή έστω κάποιον άλλο, πιο εμπορικό.

Κλείνουμε την περιπλάνηση μας στον κόσμο του παράξενου, επιστρέφοντας σε πάτρια εδάφη και συγκεκριμένα στην Κρήτη.  Σε λύκειο του Ηρακλείου, οι μαθητές διαγωνίστηκαν στην έκθεση με θέμα το “Survivor”. Δυστυχώς δεν έγιναν γνστές περισσότερες λεπτομέρειες για το γεγονός, πχ αν αφορούσε κάποια συγκεκριμένη ομάδα ή την ανάλυση κάποιας τακτικής του Μάνατζερ Ράγκμπι ή ήταν κάποιο διαγώνισμα για το πόσα κιλά έχασε κάποιος παίκτης. Οι γονείς και μαθητές αντέδρασαν έντονα σχετικά με το γεγονός αυτό και εμείς φανταζόμαστε την καθηγήτρια να κατσαδιάζει κάποιον μαθητή («Γεωργίου παιδί μου, πάλι δεν είδες το χτεσινό επεισόδιο; Πως θα γράψεις σήμερα στο διαγώνισμα;») ή απλώς να βάζει διαγωνίσματα τις φορές που δεν πρόλαβε να δει το χτεσινοβραδινό επεισόδιο («Γράψτε μου τι έγινε στο χτεσινό επεισόδιο σε 500 λέξεις»).

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Αυτοί που με εκνευρίζουν: Στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς

Ένα από τα θετικά του να μετακινείσαι με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς είναι ότι συναντάς αρκετούς «περίεργους» ανθρώπους και καταστάσεις, δίνοντας σου τη δυνατότητα:

Α. Να σκεφτείς ότι «εντάξει ίσως δεν είμαι τόσο τρελός τελικά»
Β. Να μονολογήσεις, σχετικά δυνατά, ότι «εντάξει ίσως δεν είμαι τόσο τρελός τελικά», κάνοντας μερικά κεφάλια να γυρίσουν και αναιρώντας το ίδιο δευτερόλεπτο το Α και Β
Γ. Να πας ενθουσιασμένος στη δουλειά ή στους φίλους σου και να πεις «Δεν θα πιστέψετε τι έγινε σήμερα στο λεωφορείο..»

Τα μέσα με την υψηλότερη ποσόστωση «περίεργων» είναι τα λεωφορεία/τρόλλεϋ, ακολουθεί η πράσινη γραμμή (ηλεκτρικός), η κόκκινη γραμμή και τελευταία και καταϊδρωμένη η μπλε γραμμή, με το τραμ να έχει σχεδόν φιλική συμμετοχή. Οι περιπτώσεις που συναντάς στη μπλε γραμμή και στο τραμ φαίνονται ιδιαίτερες μόνο εκεί, αφού σε πράσινη, κόκκινη γραμμή και λεωφορεία δεν θα σου έκαναν καν εντύπωση.  

Ας δούμε εκνευριστικούς τύπους ανθρώπων και συμπεριφορών που συναντάμε στα Μέσα, χωρίς πολλά σχόλια και με ταχύτητα ξεκινήματος λεωφορείου όταν μπει ηλικιωμένος και πριν προλάβει να κρατηθεί.

·         Οι άνθρωποι που, ενώ η πλατφόρμα του μετρό/ηλεκτρικού είναι σχετικά άδεια, έρχονται και κάθονται ακριβώς μπροστά σου εν είδει ίσως μπασκετικού σκριν (για να μην μπεις πρώτος στο συρμό;)
·         Οι γυναίκες που, ενώ έχεις πιάσει μια γωνίτσα στο βαγόνι, έρχονται, στριμώχνονται δίπλα σου και μετά σε αγριοκοιτάνε ως ύποπτο σεξουαλικής παρενόχλησης ή κλοπής, κρατώντας σφιχτά την τσάντα και βγάζοντας κάθε τόσο κάποιον αποδοκιμαστικό ήχο με λέξεις ή τη γλώσσα (ναι και του σώματος)
·         Αυτοί που ακουμπάνε την πλάτη τους σε όλο το στύλο, ενώ το βαγόνι έχει κόσμο
·         Αυτοί που ακουμπάνε την πλάτη τους σε όλο το στύλο, ενώ έχεις εκεί το χέρι σου. Δεν τους ενοχλεί κάτι στην πλάτη ή στα μαλλιά τους; Ή είναι ένα άτυπο παιχνίδι «ποιος θα το μαζέψει πρώτος»;
·         Αυτοί που δεν μιλάνε για να περάσουν, αλλά απλώς σε σπρώχνουν
·         Αυτοί που δεν κάνουν στην άκρη όταν ζητάς συγγνώμη για να περάσεις, οπότε απλώς τους σπρώχνεις
·         Αυτοί που ορμάνε σαν Βίκινγκς σε λεηλασία για να μπουν στο βαγόνι/λεωφορείο, χωρίς να έχουν βγει πρώτα οι άλλοι
·         Οι γιαγιάδες που σπρώχνουν για να μπουν πρώτες σαν να πρόκειται για την διαδικασία παράδοσης-παραλαβής του Αγίου Φωτός, ενώ, κατά 95%, όταν μπουν κάποιος θα σηκωθεί για να κάτσουν
·          Αυτοί που όσο μπροστά κι αν είσαι στην πόρτα για να βγεις στην επόμενη στάση, θα προσπαθήσουν να μπουν ακόμα πιο μπροστά, κολλώντας το πρόσωπο τους στο τζάμι, σαν άλλος Jim Carrey. Οποιαδήποτε προσπάθεια σου να τους ενημερώσεις ότι «κι εγώ εδώ κατεβαίνω», πέφτει στο κενό (μεταξύ συρμού και αποβάθρας)
·         Αυτοί που γκρινιάζουν μεγαλοφώνως για τους «ξένους που μας παίρνουν τις δουλειές, τις γυναίκες και τώρα τις θέσεις»
·         Αυτοί που τσακώνονται όταν κάποιος ξένος μιλήσει στην μητρική του γλώσσα και όχι στα ελληνικά, ενώ τα δικά τους αγγλικά θα έδιναν στον Αλέξη Τσίπρα θέση λέκτορα σε αγγλικό πανεπιστήμιο
·         Αυτοί που κολλάνε πάνω σου όταν περνάει κάποιος επαίτης/ναρκομανής, λες και το κομμένο χέρι πχ είναι κολλητικό, τύπου «άσε μη χάσω κάνα άκρο τώρα μέρες που ‘ναι»
·         Αυτοί που σουφρώνουν επιδεικτικά την μύτη τους ή αναφωνούν κάτι για μυρωδιές όταν μπαίνει στο βαγόνι/λεωφορείο κάποιος άστεγος ή γενικά άνθρωπος που φαίνεται ταλαιπωρημένος
·         Αυτοί που φοράνε γυαλιά ηλίου στο μετρό. Ο Larry David στο “Curb Your Enthusiasm” αναφέρει (και υπογράφω με τα δύο χέρια) ότι δύο τύποι ανθρώπων φοράνε γυαλιά σε κλειστούς χώρους: “blind people and assholes”
·         Αυτοί που προσπαθούν να μπουν στα μέσα ενώ δεν χωράει ούτε το παραπανίσιο κιλό που πήρες το Πάσχα. Ειδικά στο μετρό που ο συνήθης χρόνος μεταξύ των συρμών είναι 3 λεπτά, είναι αστείο. Ή τραγικό. Αναλόγως που είσαι και το παρατηρείς
·         Αυτοί που παραμένουν μπροστά από την πόρτα και δεν κατεβαίνουν για να βοηθήσουν στην αποβίβαση των υπολοίπων
·         Αυτοί που, καθώς έρχεται ο συρμός, ακολουθούν μια συγκεκριμένη πόρτα, έτσι χωρίς λόγο (πχ ραντεβού με κάποιον που είναι μέσα), σαν γάτες που κυνηγούν ακτίνα λέιζερ
·         Οι παλιοί είχαν τα «μερομήνια» που, με βάση κάποια σημάδια της φύσης, μπορούσαν να «προβλέψουν» τον καιρό. Πλέον, αντιλαμβάνεσαι τις εποχές και κυρίως την Άνοιξη και το Καλοκαίρι από την είσοδο σου στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. «Αααχ μύρισε ιδρωτίλα, έρχεται το Καλοκαιράκι, μωρό μου». Αυτοί που κερνάνε μυρωδιές, λοιπόν, και σε κάνουν να νιώθεις πως μόλις βγήκες από ένα παιχνίδι μπάσκετ. Στις 7 το πρωί. Με ασφυκτικά πολύ κόσμο γύρω σου. Πως γίνεται κάποιος να μυρίζει ιδρώτα στις 7 το πρωί; Η εικόνα που νομίζεις ότι έχεις μετά την έξοδο σου από το βαγόνι του τρόμου είναι αυτή:



·         Αυτοί που έχουν την τσάντα στον ώμο, καταλαμβάνοντας τον διπλάσιο χώρο και αναλόγως του ύψους σου σε πιέζουν με αυτή από το κεφάλι μέχρι πάλι το εεε κεφάλι
·         Οι κυρίες που θέλουν να χρησιμοποιούν μόνο την μπροστινή πόρτα στα λεωφορεία. Ακόμα και πίσω να είναι, θα προχωρήσουν σκουντώντας και χτυπώντας όλο τον κόσμο (διάσπαρτα «αχ», «ωχ» και «ουπς» σε όλη τη διαδρομή προς τα μπροστά) μέχρι να φτάσουν στην πολυπόθητη μπροστινή έξοδο. («Ε δεν θα βγω εγώ με την πλέμπα χρυσή μου! Μια κυρία Στρατηγοπούλου-Μιρμιράκη!». Πάντα έχουν δύο επίθετα αυτές)
·         Αυτοί που κοιτάνε χωρίς ντροπή τι χαζεύεις στο κινητό ή στο βιβλίο σου («Μισό λεπτό φίλε μη γυρνάς, δεν το χω τελειώσει ακόμα»
·         Αυτοί που τσακώνονται με τον διπλανό τους (ή) με την τσίμπλα στο μάτι
·         Αυτοί που τσακώνονται και μετά συνεχίζουν μόνοι τους προσπαθώντας να κερδίσουν νεύματα επιδοκιμασίας («Μα καλά δεν του τα πα κύριε; Άκου να μου πει..»)
·         Αυτοί που στέκονται δίπλα σε ένα στύλο, αλλά για κάποιον δικό τους, ανεξήγητο ή με ηλίθια εξήγηση λόγο, κρατιούνται από τον απέναντι στύλο, με αποτέλεσμα το χέρι του/της α) να ενοχλεί και β) να βρίσκεται μες στη μούρη σου. Είναι από αυτές τις περιπτώσεις που θες να το πιάσεις και να το βάλεις δίπλα, στο σωστό στύλο
·         Αυτοί που προσπαθούν να περάσουν και να προχωρήσουν, εσύ κάνεις χώρο, αυτοί μένουν εκεί κι εσύ βρίσκεσαι με έναν αγκώνα στοργικά ακουμπισμένο στα πλαϊνά σου πατσά. Καταλήγεις να μετακινείσαι εσύ πιο δίπλα
·         Οι οδηγοί λεωφορείων που ξεκινάνε, χωρίς λόγο, 2 λεπτά πριν το προκαθορισμένο δρομολόγιο. Πιθανολογώ ότι υπάρχει κάποιου είδους forum/Facebook group στο οποίο σημειώνουν σκορ μετά αναλόγως με το πόσοι επιβάτες το έχασαν, πόσοι έτρεξαν και το πρόλαβαν, πόσοι καθυστέρησαν στη δουλειά τους και άλλα
·         Οι οδηγοί λεωφορείων που, ανεξαρτήτως αριθμού και σαρδελοποίησης επιβατών, τρέχουν σαν να τους κυνηγάνε όλα τα σκυλιά της κόλασης, μετατρέποντας το εσωτερικό του λεωφορείου σε μια τεράστια κινούμενη μάζα  
·         Αυτοί που μπαίνουν στο τελευταίο βαγόνι, που είναι το μοναδικό που επιτρέπονται ποδήλατα και γκρινιάζουν γιατί έχει ποδήλατα μέσα και δεν χωράνε
·         Αυτοί που όταν κάθονται, απλώνονται και ανοίγουν τα πόδια
·         Αυτοί που όταν κάθονται, καταλαμβάνουν μέρος και της δικής σου θέσης
·         Αυτοί που όταν κάποιοι κάθονται περιμένουν από πάνω σαν γύπες στο «Λούκι Λουκ» να αδειάσει κάποια θέση
·         Αυτοί που είναι πιτσιρικάδες και ενώ βλέπουν κάποιον ηλικιωμένο δεν παραχωρούν τη θέση τους. Εξαίρεση οι ηλικιωμένοι/ες που το παίζουν τζόβενα, οπότε καλώς δεν σηκώνεται κανείς για να κάτσουν

·         Αυτοί που ρωτάς για να σε βοηθήσουν για τον προορισμό σου και αφού σε ενημερώσουν ότι η στάση που πρέπει να κατέβεις είναι η τάδε κι εσύ ευχαριστήσεις και βάλεις τα ακουστικά σου, συνεχίζουν και σου δίνουν άχρηστες πληροφορίες ή επαναλαμβάνουν αυτά που σου είπαν μετατρέποντας μια διαδρομή μισής ώρας σε ταξίδι με τα ΚΤΕΛ με συνεπιβάτη γιαγιά με ιδρωμένα κεφτεδάκια

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Ambert Alert - Επανεμφάνιση ηλικιωμένων

Υπάρχουν κάποιες ειδήσεις που τις διαβάζεις και ξέρεις ότι έχουν συμβεί στην Ελλάδα. Ξαφνικά έχουμε πάλι δεκαετία του ’80, τα ρούχα είναι λαμέ κι έχουν βάτες, έχουμε όλοι άσχημα μαλλιά, τα τσακάλια καβαλάνε τις μηχανές τους και μαρσάρουν εκκωφαντικά, ο Μάρκος Λεζές κάνει πους απς στο «the Κόπανοι» κι ήταν όλοι τους εκεί κι η Σοφία κι ο Σταμάτης. Το ότι επιστρέψαμε με κάποιον τρόπο στα ‘80s είναι η μόνη λογική εξήγηση στο άκουσμα της είδησης για κόντρες στα λιμανάκια και συμπλοκής με την αστυνομία. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι μέσω ιστοσελίδας διοργανώθηκε συνάντηση οδηγών και θεατών στο Ribas στη Βάρκιζα με σκοπό «να θυμηθούνε τα παλιά meet». Το «ραντεβού στα γουναράδικα» έγινε «ραντεβού στα κοντράδικα», με την αστυνομία να σχολιάζει κάτω από το άρθρο «θα είμαστε εκεί» και τους οδηγούς να απαντάνε «oi mpatsoi tha katevasoun ola ta ftiagmena skoda poy exoyn simera. emeis den masame omos». Πιθανότατα το παραπάνω ήταν αποτέλεσμα εκτεταμένης τηλεθέασης Dukes με βλαχοσερίφηδες με σαραβαλιασμένα περιπολικά να κυνηγάνε φτιαγμένα κόκκινα αυτοκίνητα. 



 Η «εκδήλωση για τα παλιά» μάζεψε περίπου 500 άτομα και όταν έκαναν την εμφάνιση τους τα «καρουμπαλάδικα» όπως τα αποκαλούν για να αποτρέψουν τους αγώνες, μερίδα θεατών άρχισε να πετάει πέτρες, φωτοβολίδες και βόμβες μολότοφ. Το άρθρο λέει ότι ήταν αυτοσχέδιες οι βόμβες μολότοφ, αλλά πάντα αναρωτιόμουν πως γίνεται να μην είναι αυτοσχέδιες («Καλησπέρα σας, μήπως έχετε βόμβες μολότοφ; Αχ σας έχουν τελειώσει τα φιτίλια και δεν ήρθε ο τυλιχτής σήμερα ε; Όχι, δεν ενδιαφέρομαι για καπνογόνα. Καλά ευχαριστώ, θα ξαναπεράσω»). Στο σημείο έφτασαν τα ΜΑΤ, άλλοι κατέληξαν στο ΚΑΤ κι άλλοι στο τμήμα κι η λεωφόρος Αθηνών-Σουνίου έκλεισε για ώρες για να απομακρυνθούν οι πέτρες, αλλά όχι η μυρωδιά από τα καμένα λάστιχα. Την επόμενη φορά δεν χρειάζεται να δημιουργηθεί event στο Facebook ή να γραφτεί σε όλα τα sites, μπορεί να μην το μάθει όλη η αστυνομία. Ένα διαφημιστικό στην τηλεόραση χρειάζεται να είμαστε σίγουροι ότι θα το ανακάλυπτε μέχρι κι ο Έλληνας επιθεωρητής Κλουζώ.
Μιας και πιάσαμε τα αυτοκίνητα και την αστυνομία σήμερα, ας συνεχίσουμε με σχετικές ειδήσεις, άλλα άσχετα περιστατικά. Προσέχοντας τις πέτρες φεύγουμε από τη Βάρκιζα και μεταφερόμαστε στο Colombus του Ohio. Υπάρχουν φορές που για κάποιον λόγο θα χρησιμοποιήσεις την υπερβολή είτε για να εντυπωσιάσεις τον ακροατή σου είτε για να κερδίσεις κάτι. Τις περισσότερες φορές αυτή η υπερβολή θα σου γυρίσει «μπούμερανγκ» και θα καταλήξεις να μαζεύεις τα λόγια σου και τα μούτρα σου που θα έχουν πέσει στο πάτωμα. «Εννοείται ότι σε γουστάρει ρε, φαίνεται καθαρά. Αν την ρώτησα; Ναι και μου το είπε. Εντάξει, όχι ξεκάθαρα, αλλά κατάλαβες. Το παραδέχτηκε». Η κατάληξη είναι πιο προφανής κι από τέλος ελληνικής ταινίας με τον πρωταγωνιστή να φιλιέται με την πρωταγωνίστρια, ενώ το πλάνο κλείνει σιγά – σιγά και τα γραφικά της εποχής φροντίζουν για το «ΤΕΛΟΣ».
Η Jessica Pickett ειδοποίησε τη Δευτέρα το πρωί την αστυνομία για την απαγωγή του παιδιού της. Η άτυχη μάνα ανέφερε στην αστυνομία ότι έβαλε την 4χρονη κόρη της στο αυτοκίνητο της και ξαναμπήκε στο σπίτι να πάρει άλλο ένα παιδί. Τo αυτοκίνητο ήταν αναμμένο για να ζεσταθεί η μηχανή, αλλά όταν βγήκε πάλι έξω, λογικά παρέμενε αναμμένο, αλλά σίγουρα όχι εκεί. Το συμβάν κινητοποίησε την αστυνομία, με τους αστυνομικούς να πετάνε τα μισοφαγωμένα donuts τους, να βάζουν τα Rayban και να βγάζουν amber alert για την εξαφάνιση της μικρής. Το αυτοκίνητο βρέθηκε λίγο πιο μετά και λίγο πιο μακριά από το σημείο που κλάπηκε, αλλά χωρίς παιδί μέσα.

Ο 22χρονος Bradley Stroud συνελήφθη για την κλοπή, αλλά το παιδί δεν βρέθηκε στο αυτοκίνητο, αλλά στο σπίτι της θείας του. Η έρευνα της αστυνομίας έδειξε ότι το παιδί ήταν στο σπίτι της θείας του από την Κυριακή, μια μέρα πριν την κλοπή του αυτοκινήτου. Η Jessica Pickett, πιθανότατα δεν είναι Ελληνίδα στην καταγωγή, αλλά είναι σίγουρα στη «λαμογιά». Μετά την ανακάλυψη της αστυνομίας, παραδέχτηκε ότι είπε ψέματα ότι το παιδί ήταν στο αυτοκίνητο, ώστε να δοθεί προτεραιότητα στην υπόθεση και να βρεθεί άμεσα το κλεμμένο όχημα.  Η Jessica μπορεί να βρήκε το αυτοκίνητο, αλλά έχασε την επιμέλεια των παιδιών της και πιθανότατα την ελευθερία της, καθώς αντιμετωπίζει κατηγορίες για ψευδείς ισχυρισμούς. 

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Τα άλλα τρένα να περνούν (Τα αδημοσίευτα του Boem)

Ο προσανατολισμός μου πρέπει να θυμίζει αρκετά Χριστόφορο Κολόμβο. Ξέρεις, αυτό που ξεκινάς για τις Ινδίες και καταλήγεις να ανακαλύπτεις έναν νέο κόσμο, εκεί δίπλα στη Νέα Σμύρνη. Τις περισσότερες φορές αν δεν βάλω GPS για να πάω κάπου, το πιθανότερο είναι ότι θα χαθώ. Στην απευχθαία περίπτωση που είναι κλειστός ο δρόμος που πηγαίνω κάθε μέρα, θα κάτσω στο αυτοκίνητο και θα κλαίω, τρώγοντας πανικόβλητος τις τελευταίες προμήθειες μου στο δεκάλεπτο πιστεύοντας ότι θα μείνω εκεί για πάντα («Θα φάω κι αυτή τη Σοκοφρέτα. Ποιος ξέρει πότε θα ξαναφάω τώρα και χρειάζομαι ενέργεια, έχει κρύο»). Φυσικά το χειρότερο (για τους άλλους, όχι για μένα) είναι όταν μου ζητάει κάποιος οδηγίες στο δρόμο. Δεν είναι ότι δεν ξέρω, αλλά ντρέπομαι να του το πω και τον στέλνω όπου να ναι. Είναι ότι ξέρω αλλά μπερδεύομαι, δίνω λάθος οδηγίες και το συνειδητοποιώ αφού έχει ήδη ξεκινήσει ο τύπος για το τέρμα θεού. Συνήθως νοερά σημειώνω τι φορούσε για ενδεχόμενο amber alert και φεύγω προς την αντίθετη κατεύθυνση, μην τυχόν με πετύχει και γίνω ρεζίλι. Δεν λες καλά που δεν ήμουν εγώ ο Μωυσής; Ακόμα θα περιπλανιόμασταν στην έρημο ψάχνοντας που διάολο στρίψαμε στον λάθος αμμόλοφο και ο Μεγάλος θα έβριζε που τον στήσαμε στο Σινά κι όχι τίποτα άλλο, κρατούσε και τις πλάκες.
Ο ξάδερφος μου από άλλη ήπειρο βρίσκεται εκεί έξω. Ένας νεαρός Κινέζος που δεν είχε χρήματα για εισιτήριο τρένου και ήθελε να περάσει την κινέζικη Πρωτοχρονιά σπίτι του (απόσταση 1700 χιλιομέτρων), αποφάσισε να διανύσει την απόσταση με το ποδήλατο. Ο νεαρός ξεκίνησε και ήταν ήδη ένα μήνα στο δρόμο έχοντας κάνει τα πρώτα 500 χιλιόμετρα, όταν τον σταμάτησε η τροχαία στα διόδια γιατί έκανε ποδήλατο σε αυτοκινητόδρομο, κάτι που απαγορεύεται.



Μετά από ένα μήνα που ζούσε στο δρόμο και σε Internet café, έκανε στην άκρη τη γενειάδα του για να μην μπλεχτεί στα πετάλια, έπιασε κοτσίδα το μαλλί του για να τους βλέπει και τους εξήγησε ότι έχει ξεκινήσει από το Rizhao πριν ένα μήνα και κάνει ποδήλατο ασταμάτητα για να προλάβει να φτάσει στο Qiqihar πριν την Πρωτοχρονιά. Ο αστυνομικός τον ξαναρώτησε αν είπε “Qiqihar” γιατί εκτός ότι τα άκουγε κινέζικα είχε και φασαρία ο αυτοκινητόδρομος και όταν το επιβεβαίωσε, του είπε ότι πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση.



Ο νεαρός δεν μπορούσε να διαβάσει χάρτες, οπότε ρωτούσε τους περαστικούς για οδηγίες και πιθανώς την κίτρινη φυλή της Κίνας (Inception με ρατσιστικό αστείο κρυμμένο σε προσβλητικό αστείο για τους ταξιτζήδες). Οι αστυνομικοί τον λυπήθηκαν τόσο πολύ που, αφού τον συνέφεραν από κάτι μικρά εγκεφαλικά, «τσόνταραν» όλοι μαζί με τη βοήθεια των εργαζομένων στα διόδια και του αγόρασαν ένα εισιτήριο για το τρένο. Ελπίζω ότι τον έβαλαν κιόλας και στο σωστό, αλλιώς ήταν ικανός παίζει να καταλήξει σε καμιά Ρωσία παραδείγματος χάριν.  

Και μιας και πιάσαμε τα τρένα, ας παραμείνουμε σε ένα από αυτά, απλώς λίγο πιο μακριά, στη Γαλλία. Ο λόγος για έναν 19χρονο και μια 18χρονη, γονείς ενός 7 μηνών βρέφους, των οποίων τα στοιχεία δεν έγιναν γνωστά. Το ώριμο ζευγάρι, που είχε μωρό πιθανότατα από επιλογή και όχι από κάποιο ατύχημα, επέβαινε σε ταχεία που διέσχιζε την Γαλλία. Όταν το τρένο έφτασε στο σταθμό της Μαν, κατέβηκαν για ένα γρήγορο τσιγάρο, με το γρήγορο τρένο να φεύγει, φυσικά με το μωρό μέσα.



Το περιστατικό έγινε αντιληπτό από συνεπιβάτες του βαγονιού που είδαν τους δύο νεαρούς να είναι ακόμα στην πλατφόρμα και το μωρό στο κάθισμα μόνο του, οπότε ειδοποίησαν τους ελεγκτές. Για λόγους ασφαλείας η ταχεία δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω, οπότε συνέχισε το δρομολόγιο του και αποφασίστηκε το ζευγάρι να παραλάβει το απολεσθέν μωρό στον επόμενο σταθμό της Ανζέ, μόλις 100 χιλιόμετρα μακριά, παίρνοντας το επόμενο τρένο. Τουλάχιστον θα είχαν χρόνο να κάνουν μερικά τσιγάρα ακόμα, καθώς περίμεναν. Το μωρό ανέλαβε να προσέχει ένας από τους ελεγκτές, πιθανότατα με γυναικομαστία, ώστε να έχει την αίσθηση της μάνας του όσο περίμενε. Κι εσύ κάθε φορά που σηκώνεσαι από τη θέση σου σε κάποιο ταξίδι, αγχώνεσαι μήπως ξεχάσεις κανέναν φορτιστή…
Και με όλη αυτή την τρέλα που υπάρχει γύρω και στα τρένα, απορώ που σήμερα το πρωί είδα κάποιον να κυκλοφορεί στον ηλεκτρικό με μάσκα θαλάσσης στο κεφάλι του. Ειλικρινά, πέρασε από μπροστά μου τύπος με μάσκα περασμένη στο κεφάλι του. Τώρα ή τρελός ήταν ή χειμερινός κολυμβητής, χωρίς το ένα να αποκλείει το άλλο ή να διαφέρει και πολύ. Γιατί για να πέφτεις καταχείμωνο στα παγωμένα νερά, κάποιο θέμα θα υπάρχει. Την πετριά την έχεις φάει είτε βουτάς για να βγάλεις τον σταυρό, ψάρια, γκόμενα ή να την βγάλεις σπίτι με αναρρωτική λόγω πνευμονίας. Είναι ένα επίπεδο κάτω από το να ποστάρεις πράγματα στο Facebook για να τιμήσεις κάτι («Ποστάρω αυτό το κείμενο για να τιμήσω τα θύματα του κόκκινου σκατζόχοιρου, αλλά δεν θα δώσω χρήματα σχετικά») ή ακόμα χειρότερα, από το να κοινοποιείς κάτι προφανές για να δείξεις ότι συμφωνείς («Ο βασανισμός των ζώων πρέπει να σταματήσει. Κοινοποίησε το αν συμφωνείς»). Λογικά οι βασανιστές ζώων το λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπ’ όψιν τους.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Λατρεμένοι αστικοί μύθοι, του Λαμόγιου


Γράφει ο Λαμόγιος



Στο σύμπαν που αγάπησα και μετρώντας ήδη 31 χρόνια ζωής, χωρίς παύσεις, χωρίς διακοπές, κάποιες από τις αναμνήσεις διαπιστώνω πως τελικά είναι πολύ πιο όμορφες απ’ότι νόμιζα. Μας ταξιδεύουν στην παιδική ηλικία -συνήθως, αλλά ταυτόχρονα μας κάνουν να αναλογιζόμαστε πόσο σημαντική είναι η γραφικότητα στη ζωή μας.


Γι’αυτό και θα σχολιάσω 3
αστικούς μύθους σήμερα.



α) Ίσως από τους πιο αγαπημένους, αυτός του ταξιδιώτη φίλου μας. Αυτός ήταν 3-4 χρόνια μεγαλύτερος από εμάς, συνήθως, οι γονείς του δεν τον άφηναν να τον προσέχει η γιαγιά, είχαν ξεπεράσει δηλαδή τη φάση να ξεφορτωθούν το βλαστάρι τους για να κάνουν λίγο παραπάνω σεξ αφού είχαν βαρεθεί τόσα χρόνια, οπότε τον είχαν από κοντά. Έτσι θα ήταν λιγότερο βαρετά για τους ίδιους και στην προσπάθεια τους να τον προσέχουν θα ξέχναγαν την άνοια τους.

Το ταξίδι, φυσικά, ήταν
κατά τα Χριστούγεννα και πάντα, μα πάντα, ο προορισμός ήταν η Γερμανία. Στην Ελλάδα εξ’άλλου όλοι έχουν θείο στη δίωξη ή θεία στη Γερμανία.

Εκεί που ο 14χρονος Παναγιώτης περπατούσε με τους γονείς του στη Χάκενστράσε, πηγαίνοντας να φάνε βουρστ με καυτερή μουστάρδα, είδε κάποιον να περνάει το φανάρι με κόκκινο. “Αστυνομικός τον εντόπισε και επιτόπου του έκοψε πρόστιμο ύψους 5.000 δραχμών!”, εξομολογείται ο Πάνος!

Τόσο αυστηροί και σοβαροί στη Γερμανία, σε αντίθεση με μας που πετάμε κάτω τις τσίχλες.

Το παραπάνω είχε και διαφορετική εκδοχή. Μεγαλύτεροι ήταν οι αφηγητές εδώ, έχω την εντύπωση πως ήταν δάσκαλοι που ζήλευαν το storytelling των ταξιτζήδων. Το πρόστιμο των 5.000 δραχμών σε αυτή την περίπτωση το πλήρωνε κάποιος που “πέταξε χαρτάκι στο δρόμο και όχι στον κάδο!”.

Τα θαυμαστικά υποδηλώνουν αυτό που ξέρετε. Ήταν έκπληκτοι με τη συμπεριφορά των Ελλήνων.

Πιθανό επάγγελμα που ακολουθεί ο παραπάνω ψευτράκος: ενοχλητικός πολυλογάς σερβιτόρος

Επιστρέφουμε στην Ελλάδα, στην αγαπημένη περίοδο των παιδιών. Τα Χριστούγεννα.

β) Εδώ έχουμε πρώιμο παπατζιλίκι αφού μέχρι και 9χρονα προσπαθούν να εντυπωσιάσουν. Πως; φυσικά με το να διαδίδουν πως βγήκαν από τις 6 για κάλαντα και έκατσαν μέχρι τις 12 το βράδυ. Αυτός είναι ο πρώτος υπο-μύθος.

Το βασικό τους παραμύθι ήταν ότι μάζευαν από το πρωί έως το μεσημέρι, σε ένα 6-8ωρο ας πούμε, ποσό κοντά στις 20-40 χιλιάδες δραχμές. Το έχουμε δει πολλάκις γραμμένο, σε διάφορα γκρουπ νοσταλγίας και memes “παραμονή χριστουγέννων... όταν έβγαινες για κάλαντα στις 7 και γυρνούσες με gameboy στις 2”.

Το gameboy τότε είχε 25-30.000 δρχ. Ο 10χρονος αρχιψευτάκος το πολύ να μάζευε 5-7.000 δρχ. Το gameboy του το έπαιρναν οι γονείς.

Πιθανό επάγγελμα που ακολουθεί ο παραπάνω ψευτράκος: επαγγελματίας οπλίτης, τεχνίτης γύρου

Και μεταφερόμαστε στο κέντρο της Αθήνας το 2015, καλοκαιράκι νομίζω.


γ) “Την έχεις δει αυτή τη γιαγιά που ζητιανεύει απέναντι από το Μουσείο; αυτή φίλε δεν ξέρει τι έχει, διαμερίσματα, σπίτια στο κέντρο, όλα τα νοικιάζει και βγαίνει και ζητιανεύει γιατί θέλει λεφτά, αρρώστια φίλε”.
Αυτό το έχω ακούσει από συγγενικό πρόσωπο. Έκπληκτος την άκουσα και από άτομο άσχετο, στο δρόμο που έκοβε βόλτες η τύπισσα. Της έδωσα για την ακρίβεια ένα ευρώ, με πιάνει ο σεκιουριτάς εκεί δίπλα και μου λέει “φίλε, τσάμπα τις έδωσες χρήματα, αυτή είναι πλούσια που βγαίνει και ζητιανεύει. Ξέρεις πόσα σπίτια έχει;”. Χαμογέλασα και έφυγα.

Περνάει καιρός, πολύς καιρός.

Είμαστε για καφέ στην πλατεία Αγ. Ειρήνης. Όπως τα λέμε με τους φίλους μου, έρχεται ένας πιτσιρικάς, ζητιανεύει, εγώ και άλλος ένας δίνουμε ό,τι μπορούμε. Έρχεται ένας άστεγος μετά από λίγη ώρα, ξαναδίνουμε. Ο τρίτος φίλος μας δεν έδινε και αρχίζει να μας λέει μια ιστορία για έναν παππού στη δική του γειτονιά. Χαλάνδρι; κάπου εκεί.
Έχουμε ένα ζητιάνο στη γειτονιά… ο τύπος δεν ξέρει τι έχει. Σπίτια, διαμερίσματα. Αλλά ζητιανεύει!”.
Ρε συ, αστικός μύθος είναι αυτό. Και μένα μου έχουν πει για μια γιαγιά στη γειτονιά μου ακριβώς τα ίδια, τι στο διάολο, συντονισμένοι είναι οι ηλικιωμένοι με πολλά σπίτια για να ζητιανεύουν; δεν τα πιστεύω αυτά”.
Δεν ξέρω ρε συ, πάντως αυτός στη γειτονιά μου είναι γνωστός”.
Δε μου λέει κάτι αυτό ρε. Παντού ακούγονται ίδιες ιστορίες”.

Η κουβέντα ψιλοαλλάζει, περνάει κανένα 20λεπτο και έρχεται πάλι ένας παππούλης. Του ξαναδίνουμε το κάτιτις.

Εκεί το παράλληλο σύμπαν της γραφικότητας συγχρονίζεται με αυτό στο οποίο ζούμε, ο κύκλος τετραγωνίζεται με κανόνα και διαβήτη, το pillowfights είναι σειρά λογοτεχνικών διηγημάτων νομπελικού βεληνεκούς, οι φίλαθλοι του ΠΑΟ έχουν σεξουαλική ζωή κ.λπ.

Πετάγεται λοιπόν ο σερβιτόρος και μας λέει: “σας είδα που δίνατε χρήματα σε αυτό τον παππούλη. Να σας πω κάτι επειδή ξέρω προσωπικά ποιος είναι. Ο τύπος έχει σπίτια εδώ στο κέντρο, σε αυτή την περιοχή κι όλας. Δεν ξέρει τι έχει. Απλώς έχει αυτή την αρρώστια με τα χρήματα. Και να σας πω πως ένα διαμέρισμά του το νοικιάζει φίλος. Μια φορά αυτός ο φίλος δεν είχε πληρώσει το ενοίκιο στην ώρα του, δεν είχε χρήματα. Του μιλάει και του λέει πως θα τον πληρώσει μετά από μια εβδομάδα, δεν έχει ούτε να φάει αυτή τη στιγμή. Και του απαντάει ο γεράκος “αν δεν έχεις να πληρώσεις φεύγεις, δε με νοιάζει αν δεν έχεις να φας”. Πολύ σκληρός κι όλας. Απλά σας το λέω επειδή σας είδα να του δίνετε χρήματα”.

Όλοι γνεύσαμε καταφατικά το κεφάλι… ο τρίτος της παρέας νομίζω πήρε το μήνυμα.

Πιθανό παρελθόν σερβιτόρου: πιτσιρικάς που έκανε χριστουγεννιάτικες διακοπές στη Γερμανία

Γενικά, όλοι αυτοί είναι εκεί έξω. Και λίγο διαστρεβλωτικά υποτιμούν την αλήθεια -ακούσια- με τόσο όμορφα διεστραμμένο τρόπο. Γι’αυτό και τους αγαπάμε. Γιατί μπορεί να ψιλοσπαζόμαστε όταν ακούμε χαζομάρες που δεν ισχύουν
αλλά μένουν στο μυαλό μας, συντηρώντας νοσταλγία και muscle/nose/κ.λπ. memory.

 Τελικά, αν το καλοσκεφτούμε, τα ψέμματα είναι φαντεζί κι ενδιαφέροντα, η αλήθεια βαρετή.